18 Ιουλ 2009

Η γύμνια του ψέματος


Σύμφωνα με το ρεπορτάζ δημοσιογράφων που καλύπτουν το Συμπόσιο της Σύμης, μιλώντας ο κος. Παπανδρέου για τα ελληνοτουρκικά και την πολιτική της κυβέρνησης, επιχείρησε να ασκήσει κριτική και να απευθύνει υποδείξεις. Έχοντας παρακολουθήσει επί πολλά χρόνια τα ζητήματα αιχμής της εξωτερικής μας πολιτικής, μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι η κριτική του είναι αντιφατική και εσφαλμένη και επιπλέον, με βάση το είχε πράξει στα ελληνοτουρκικά ο ίδιος, ως αναπληρωτής υπουργός αρχικά και ως υπουργός Εξωτερικών στη συνέχεια, οι υποδείξεις του είναι υποκριτικές και προκλητικές.

Κατ’ αρχήν, ο κος. Παπανδρέου, ισχυρίστηκε πως η κυβέρνηση πρέπει να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο για άσκηση «βέτο» για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να μην προεξοφλεί ότι δε θα προβάλλει αντιρρήσεις.
Και όμως, την ίδια μέρα, προτού μάλιστα συζητήσει ο κος. Παπανδρέου με τους δημοσιογράφους, η υπουργός Εξωτερικών κα. Μπακογιάννη, μιλώντας στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Mega, είχε καταστήσει ξεκάθαρο ότι την Τουρκία «δεν την υποστηρίζουμε άνευ όρων και δε δίνουμε λευκή επιταγή». Πρόσθεσε ακόμη: «Αυτό το οποίο η Ελλάδα λέει και είναι πάρα πολύ σαφής, είναι ότι δεν υπάρχει Ευρώπη a la τουρκική carte, δηλαδή δε μπορεί η Τουρκία να επιλέγει από το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο, αυτά που της αρέσουν και αυτά που δεν της αρέσουν, να τα αφήνει στην άκρη. Είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με το σύνολο των κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Είναι υποχρεωμένη να τηρήσει τις συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει. Αυτό πλέον έχει γίνει ευρύτερα γνωστό και έχει γίνει ευρύτερα γνωστό και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί και η Ελλάδα δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια».
Είτε οι συνεργάτες του δεν ενημερώνουν εγκαίρως τον κο. Παπανδρέου για τις επίσημες τοποθετήσεις της κυβέρνησης, αφήνοντάς τον έκθετο να λέει πράγματα που δεν ισχύουν, είτε τον ενημερώνουν, αλλά εκείνος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει καν ποιο είναι ακριβώς το περιεχόμενο, είτε το κατανοεί, αλλά βγαίνει μετά και λέει στους δημοσιογράφους ψέματα. Δεν ξέρω τι από τα προηγούμενα είναι χειρότερο από τα άλλα.
Πάντως, τα όσα είπε η κα. Μπακογιάννη, τα έχει καταστήσει απολύτως γνωστά και ξεκάθαρα με επανειλημμένες επίσημες τοποθετήσεις του, εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, και ο πρωθυπουργός κος. Καραμανλής. Επομένως, δε δικαιολογείται ο κος. Παπανδρέου να βρίσκεται στο δικό του κόσμο, ειδικά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Έναν τομέα, ο οποίος, δεν είναι απλά εθνικά σημαντικός και ευαίσθητος, αλλά υποτίθεται ότι τον ξέρει και καλά.

Στην ίδια συζήτησή του με τους δημοσιογράφους, ο κος. Παπανδρέου ισχυρίστηκε επίσης, πως «αν τεθεί βέτο από την Ελλάδα, χωρίς η χώρα μας να έχει κάνει τίποτα για τη δική της προετοιμασία και για την προετοιμασία των εταίρων, τότε οι εταίροι θα ρίξουν την ευθύνη στην Ελλάδα και στην Κύπρο και αυτό, θα γίνει μέσω της απραξίας που δείχνει η σημερινή κυβέρνηση».
Πέραν του ότι συνιστά περιδίνηση της σκέψης του μέσα σε μία άβυσσο αντιφατικότητας το γεγονός ότι ενώ προσάπτει στην κυβέρνηση κατηγορία για απεμπόληση του δικαιώματος της χώρας μας για έκφραση αρνησικυρίας για ένταξη της Τουρκίας, την ίδια ώρα, συζητά το ενδεχόμενο η Ελλάδα να κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού τελικά, ο κος. Παπανδρέου δε δείχνει καν να αντιλαμβάνεται το αυταπόδεικτο. Ποιο είναι αυτό;
- Πρώτον, ότι η κυβέρνηση, μένοντας πιστή στην άποψη του κου. Καραμανλή ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να διακρίνεται τόσο από συνέχεια, όσο και από συνέπεια, δεν άλλαξε σε τίποτα την πολιτική τοποθέτηση των προηγούμενων κυβερνήσεων, που αποτελούσε εξάλλου και πάγια θέση της ΝΔ, για ένταξη της Τουρκίας με προαπαιτούμενα και υποχρεώσεις.
- Δεύτερον, ότι εκείνο που κατάφερε η παρούσα κυβέρνηση και σίγουρα αποτελεί ιδιαίτερη επιτυχία, είναι να απαλλάξει τη χώρα από το βάρος να χρησιμοποιείται συνεχώς από τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εμπόδιο στην ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων και συνάμα, ως άλλοθι για οποιαδήποτε καθυστέρηση προκύπτει στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα, να έρθουν στο προσκήνιο εκείνοι που πραγματικά δε θέλουν με τίποτα την τουρκική ένταξη. Μιλάμε για κυβερνήσεις ευρωπαϊκές και κόμματα πανίσχυρα, όπως οι χριστιανοδημοκράτες και κυρίως, οι χριστιανοκοινωνιστές της Γερμανίας, το λαϊκό κόμμα της Γαλλίας, οι χριστιανοδημοκράτες της Ολλανδίας κ.α.

Ανακεφαλαιωτικά, έχουμε καταφέρει, από τη μία πλευρά να ασκείται έντονη πίεση να συμμορφώνεται η Τουρκία με το κοινοτικό κεκτημένο και το Διεθνές Δίκαιο και από την άλλη, η χώρα μας να μην είναι δυνατό να κατηγορηθεί από κανέναν και κυρίως από τους Τούρκους, ότι είναι εκείνη που υπονομεύει το ζήτημα της ένταξης. Έτσι, η επιθετικότητα και η αυθαιρεσία των γειτόνων μας έγινε από εθνικό μας πρόβλημα, ευρωπαϊκό και τούτο, αποτελεί επίτευγμα της ΝΔ και προσωπικά του κου. Καραμανλή. Αυτά, παριστάνει ο κος. Παπανδρέου πως δεν τα ξέρει και έως κάποιο βαθμό θα μπορούσε να τον καταλάβει κανείς, διότι έχει κάθε λόγο να αισθάνεται εξαιρετικά ελλειμματικός σε ότι αφορά τα αποτελέσματα της δικής του εργασίας και επιρροής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Απόδειξη για αυτό που αναφέρω, είναι ότι στο τελευταίο μεγάλο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, του πλειοψηφούντος εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ευρωπαϊκού κόμματος, μέλος του οποίου είναι η ΝΔ, στη διακήρυξη που εκδόθηκε, γινόταν σαφής αναφορά για τις υποχρεώσεις των υποψηφίων προς ένταξη χωρών σε σχέση με το κοινοτικό κεκτημένο, δείχνοντας ξεκάθαρα προς την Άγκυρα. Στο ίδιο συνέδριο, εκδόθηκε ξεχωριστό ψήφισμα για το σεβασμό της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου, τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του και την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Αντίστοιχα, στο μεγάλο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, στη διακήρυξη που εκδόθηκε δεν υπήρχε μέριμνα ή έστω απλή μνεία για τίποτα από τα προηγούμενα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι Ευρωσοσιαλιστές δε νοιάζονται να υποδείξουν στην Τουρκία τις βασικές υποχρεώσεις της έναντι των γειτόνων της, ή, ότι το ΠαΣοΚ και ο κος. Παπανδρέου προσωπικά δε νοιάζονται να περάσουν αυτά τα ζητήματα στην πλατφόρμα του ΕΣΚ, ή, ότι δεν έχουν τη δύναμη να καταφέρουν οτιδήποτε τέτοιο, ή και τα τρία μαζί. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η αδυναμία του κου. Παπανδρέου δε μπορεί να εκτονώνεται δημόσια με μία συμπεριφορά τόσο θρασεία, ώστε να υποδεικνύει προς την κυβέρνηση ότι «το θέμα του Πατριαρχείου δεν είναι διμερές, αλλά υποχρέωση της Τουρκίας απέναντι στην ΕΕ»!

Ο κος. Παπανδρέου, δε σταμάτησε όμως στα παραπάνω, αλλά τράβηξε το κορδόνι ακόμη περισσότερο. Έκανε λόγο για «εγκατάλειψη της παραπομπής του θέματος της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, όπως αναφερόταν στη Συμφωνία του Ελσίνκι του 1999», για «διασφάλιση των συμφερόντων της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της μέσω Χάγης» και ακόμη, ότι «αν δεν κάνουμε κάτι, η Τουρκία θα βάζει καινούργια ζητήματα και θα παζαρεύει την αφαίρεσή τους από τον κατάλογο».

Κατ’ αρχήν, η συμφωνία του Ελσίνκι την οποία επικαλείται ο κος. Παπανδρέου, εμπεριέκλειε, με την υπογραφή μάλιστα τη δική του και του κου. Σημίτη, την παραδοχή ότι Ελλάδα και Τουρκία έχουν «διασυνοριακές διαφορές». Με απλά λόγια, οι κκ. Παπανδρέου και Σημίτης επέτυχαν το ακατόρθωτο: οι μονομερείς διεκδικήσεις και αβάσιμες αιτιάσεις των Τούρκων αναφορικά με εδαφικά και κυριαρχικά ζητήματα, να αναγνωριστούν και επισήμως από κείμενα της ΕΕ ως εμπραγμάτως υφιστάμενες! Σχετικά με το θέμα της υφαλοκρηπίδας, ο κος. Παπανδρέου είχε και πάλι άγνοια, ή παρίστανε τον ανήξερο για ότι είχε πει, λίγη ώρα πριν, η κα. Μπακογιάννη στο Mega: «Έχουμε ένα θέμα, στο οποίο συζητάμε και είναι το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Είμαστε έτοιμοι, εάν υπάρξει πρόοδος στις συζητήσεις μας, να πάμε στη Χάγη για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, είναι πάγια ελληνική θέση. Αυτό είναι το ανοιχτό θέμα για μας. Μόνο».
Ενδεχομένως, ο κος. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται, ή, παριστάνει πως δεν αντιλαμβάνεται, ότι αυτή την περίοδο, γίνεται μία ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των δύο χωρών σε ελεγχόμενο πολιτικό επίπεδο και αν σημειωθεί σύγκλιση, τότε το θέμα θα παραπεμφθεί στη Χάγη για ρύθμιση του προβλήματος εντός ενός συμπεφωνημένου πλαισίου. Μιλάμε, δηλαδή μία διαδικασία πολιτικά ελεγχόμενη, η πρόοδος της οποίας θα επιβεβαιωθεί και νομικά από ένα διεθνές όργανο. Αντίθετα, ο ίδιος ως υπουργός Εξωτερικών, δεχόταν εκ προοιμίου και άνευ διαπραγμάτευσης, την επιδικαστική ορθότητα και αυθεντία της Χάγης αναφορικά με την απόφαση που θα εξέδιδε για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και καλούσε μάλιστα την τουρκική πλευρά, να πιστοποιήσει αυτή την άποψη υπογράφοντας συνυποσχετικό. Παραβλέποντας ολωσδιόλου, ότι η Χάγη επιδικάζει με βάση ένα πολιτικό σκεπτικό που σταθμίζει πρωτίστως την ισχύ της διεθνούς θέσης και τη σημασία των συμφερόντων καθενός εκ των διαδίκων. Για να το κάνω πιο κατανοητό, ο κος. Παπανδρέου δεσμευόταν προκαταβολικά να μείνει εγκλωβισμένη η Ελλάδα σε μία δικαστική απόφαση για την υφαλοκρηπίδα, η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα είχε εκδοθεί με πολιτικό σκεπτικό και μάλιστα, εκδήλωνε τη διάθεση να συμβεί το ίδιο και με τις υπόλοιπες τουρκικές διεκδικήσεις για τον εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα, ενδεχομένως τις «γκρίζες ζώνες» και την αποστρατιωτικοποίηση του ανατολικού Αιγαίου και πάει λέγοντας…

Σχετικά με τις υποδείξεις του γύρω από το ότι οι Τούρκοι προσθέτουν ζητήματα στο τραπέζι, μόνο και μόνο για να έχουν τη διαπραγματευτική δυνατότητα στη συνέχεια να τα αποσύρουν, διασφαλίζοντας μόνο εκείνα που τους είναι σημαντικά και απαραίτητα, ο κος. Παπανδρέου ενδεχομένως αναμηρυκάζει τη διαπραγματευτική θεωρία των absolute minima και absolute maxima, των απολύτων ελαχίστων και απολύτων μεγίστων, σύμφωνα με την οποία, μεγιστοποιώντας την κλίμακα των ζητημάτων που θέτει στο τραπέζι ένας διαπραγματευτής, ακόμη και με την πρόσθεση ανύπαρκτων, ή παράλογων διεκδικήσεων ή αιτιάσεων, τελικά καταφέρνει να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να τα αποσύρει ένα-ένα, λαμβάνοντας κάθε φορά ως αντάλλαγμα, την εξασφάλιση κάποιου ή κάποιων εκ των αρχικών, υπαρκτών και βάσιμων συμφερόντων του.
Στη θεωρία παίρνει καλό βαθμό ο κος. Παπανδρέου, αλλά στην πράξη μένει μετεξεταστέος. Διότι, επί των ημερών που κυβερνούσε ο ίδιος και το ΠαΣοΚ, ήταν που επιχείρησαν οι Τούρκοι να προκαλέσουν τετελεσμένα και να αθροίσουν το ένα καινούργιο, παντελώς ανύπαρκτο μέχρι πρότινος ζήτημα, πάνω στο άλλο.

Η αρχή έγινε με το fait accompli που επιχείρησαν να δημιουργήσουν οι Τούρκοι στα Ίμια, με κατάληξη το γνωστό “no ships, no flags” των Αμερικανών διαμεσολαβητών, τους οποίους ευχαρίστησε, από το βήμα της Βουλής, ο κος. Σημίτης. Στη συνέχεια, οι κκ. Σημίτης και Ντεμιρέλ υπέγραψαν από κοινού στη Μαδρίτη μία συμφωνία διακήρυξης αρχών, σύμφωνα με την οποία, η Ελλάδα αναγνώριζε «ζωτικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο και δεσμευόταν να «αποφύγει οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια, η οποία θα ήταν δυνατό να προκαλέσει πολεμική ένταση μεταξύ των δύο χωρών», το οποίο σε πρακτική απόδοση, μπορούσε να σημαίνει ακόμη και ότι η χώρα μας αποσυρόταν από το δικαίωμα προέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ., δεδομένου ότι αυτό αποτελούσε ήδη για την Τουρκία διακηρυγμένo casus belli. Σε απάντηση της καλής διάθεσης που προσπαθούσε να επιδείξει η ελληνική πλευρά, οι Τούρκοι παρουσίασαν τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και από εκεί και πέρα, δεν έπαψαν να θέτουν νέα ζητήματα στο τραπέζι της συνδιαλλαγής ή και της συναλλαγής.
Στην εντεινόμενη τουρκική διεκδικητικότητα, ο κος. Παπανδρέου είχε να αντιτείνει την πολιτική της «βήμα-προς-βήμα προσέγγισης», την οποία μάλιστα παρουσίαζε δημοσίως ως «προσωπικό του στοίχημα» εγκαινιάζοντας μαζί με τον ομολογο του Ι. Τζεμ, τη διπλωματία των σεισμών, των καλλιτεχνών, των μαθητών κλπ. Σε επίπεδο πολιτικών διαπραγματεύσεων, όμως, η χώρα παρέμενε διαλλακτική, σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο κος. Πάγκαλος να δηλώνει για τον κο. Παπανδρέου σε τηλεοπτική του συνέντευξη: «Είναι σοβαρή έλλειψη φρόνησης να λέει κάποιος, όπως ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, ότι χρειάζονται υποχωρήσεις από Ελλάδα και Τουρκία για να τα βρούμε και ότι άλλαξε το κλίμα. Αυτά είναι αμερικάνικα και επίσημη ανθελληνική προπαγάνδα των Αμερικανών και δεν πρέπει να την υιοθετούμε και να την κάνουμε δική μας θέση». Ο κος. Πάγκαλος επεσήμαινε ακόμη ότι η τακτική του Γιώργου Παπανδρέου «είναι απαράδεκτη, κάνει ζημιά στην εξωτερική πολιτική της χώρας και δε σχετίζεται με την αντικειμενική πραγματικότητα», καθώς και ότι είναι «αδιέξοδη και δεν οδηγεί πουθενά στις σχέσεις μας με την Τουρκία».
Ταυτόχρονα, στο επίπεδο των συμβολισμών, οι οποίοι πάντοτε έχουν τη δική τους κρίσιμη σημασία στην πολιτική, ο κος. Παπανδρέου κατέθετε στέφανο στο μαυσωλείο του Κεμάλ, έδινε ομιλίες ακριβώς κάτω από γιγάντιες απεικονίσεις του, που καταλαμβαναν το υψος και το πλατος ενός ολόκληρου τοίχου, ενώ στις επισκέψεις του Ι. Τζεμ στην Ελλάδα γίνονταν δεκτά ακόμη και διακριτικά αιτήματα της τουρκικής πλευράς για αποκαθήλωση πινάκων με τον Κολοκοτρώνη από το ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε, σηκωνόταν στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. (15/3/01) και υποστήριζε πως «η τουρκική κυβέρνηση ρυθμίζει το καθεστώς των φυλακών προς την σωστή κατεύθυνση», ακυρώνοντας στην ουσία μία γαλλογερμανική πρωτοβουλία για έκδοση καταδικαστικού ψηφίσματος για τα «λευκά κελιά», δεχόταν την επίσημη μετονομασία των «Στενών» της συμφωνίας του Μοντρέ, σε Τουρκικά -πλέον- Στενά» (7/6/2002 – «Ελευθεροτυπία»), ενώ στο Αιγαίο, οι παραβάσεις και παραβιάσεις από τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη αυξάνονταν από 931 το 2000, σε 1.891 το 2001, σε 6.010 το 2002 και σε 5.809 το 2003. Σημειωτέον, ότι επί κυβερνήσεων ΠαΣοΚ, οι Τούρκοι είχαν προβεί σε απανωτές παρενοχλήσεις πολιτικών μας αεροσκαφών και δύο φορές, είχαν πάει «συνοδεία» το C130 που μετέφερε τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας, ο. Τσοχατζόπουλο.

Για το τέλος, άφησα την παραίνεση που απηύθυνε μέσα από τη συζήτησή του με τους δημοσιογράφους, ο κος. Παπανδρέου για το ζήτημα της μειονότητας της Θράκης, αναφέροντας ότι «είναι ένα θέμα αποκλειστικά ελληνικό και δεν το συζητάμε με κανέναν».
Πράγματι, δεν υπάρχει ανάγκη να το συζητήσει, ο κος. Παπανδρέου τουλάχιστον, με κανέναν Τούρκο, δεδομένου ότι μιλώντας ο ίδιος για αυτό, τα καταφέρνει να δημιουργήσει μία εικόνα ζοφερή για τα εθνικά μας συμφέροντα. Ενδεικτικά, να αναφέρω τη συνέντευξή του στο περιοδικό «Κλικ» τον Ιούλιο του 1999, στην οποία, έλεγε για τους μειονοτικούς της Θράκης «ποσώς με ενδιαφέρει το αν ο ένας λέγεται Μουσουλμάνος ή Τούρκος, Πομάκος ή Βούλγαρος», καταργώντας έτσι τη σημασία που περιέχει και την ασφάλεια που παρέχει η διατύπωση της Συνθήκης της Λωζάνης για μουσουλμανική μειονότητα. Επιβραβευτικό των όσων είπε στο «Κλικ», ήταν το μοναδικό για τα πολιτικά μας δεδομένα πρωτοσέλιδο της τουρκικής εφημερίδας Hurriyet (28/7/1999) με το βασικό τίτλο “Bravo Yiorgos”!

Μιλώντας για τα ελληνοτουρκικά, ο κος. Παπανδρέου υποχρεούται μόνο να ενώνει τις δικές του δυνάμεις του με τις προσπάθειες του κου. Καραμανλή, για την εφαρμογή μίας πολιτικής που διακρίνεται από συνέχεια και συνέπεια μέσα στο χρόνο, έχει εθνικά χαρακτηριστικά και εφαρμόζεται με ψύχραιμους χειρισμούς.
Αντιθέτως, δε δικαιούται να «κατακεραυνώσει» -τάχα- την κυβέρνηση, ούτε και να υπονομεύει την πολιτική μας στα ελληνοτουρκικά, σε μία κρίσιμη φάση, ποσο μαλλον, χρησιμοποιώντας υποκριτικές υποδείξεις και προκλητικές επικλήσεις.
Γιατί ενώ η αλήθεια είναι πραγματικά γυμνή, τα ψέματα του Παπανδρέου φαίνονται ακόμη γυμνότερα.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Κάνεις ένα λάθος....Γράφεις ένα κατεβατό και δεν με ωθείς να το διαβάσω.
Θα σου πρότεινα μιας και εισαι του ίδιου μήκους κύματος να διαβάσεις και να μελετήσεις το blog politis-gr ( Το οποίο είναι μέσα και στα 10 πρώτα σε επισημότητα στην Ελλάδα) και γράφεις λιγότερα και πιο περιεκτικά έτσι ώστε να βοηθάς και τον αναγνώστη σου.
Καλή δουλειά στο BLOG αλλά θέλει ειδικούς πάνω από αυτά για προβολή και προπαγάνδα.Διάβασε τον παραπάνω που σου προτείνω και πιστεύω πως θα σε βοηθήσει και στον πολ.σχεδιασμό πάρα πολύ.Υπάρχει μεγάλη μερίδα ΝΔκρατών που ενημερώνονται καθημερινά και διαβάζουν φανατικά politis-gr.Το διακρίνω από τα επιχειρήματά τους αλλά το λένε και οι ίδιοι.

Ένας παλιός φίλος από την Οννεδ

Ιωάννης Γ. Μοίρας είπε...

Επιτελους! Να και καποιος που υποβαλει μια προταση για βελτιωση του blog.
Θα λαβω πολυ σοβαρα υποψη τις παρατηρησεις σου, διοτι θα βοηθουσε πραγματι τον αναγνωστη αν προσπαθουσα να δινω πιο συνοπτικα και συνεκτικα κειμενα.
Απο την αλλη πλευρα, σε καποιες περιπτωσεις, παρουσιαζω πιο πολυ αναλυση, παρα σχολιασμο καποιου θεματος και 'κει, δεν ειναι ευκολο να περιοριστω σε 400 λεξεις.
Ασε που σε ολα τα κειμενα που γραφω, στο κομμα ολα αυτα τα χρονια, στην εταιρεια που εργαζομαι, σε αρθρα εφημεριδων κ.α. τιθενται υπο τον περιορισμο συγκεκριμενης εκτασης, η αριθμου λεξεων, οποτε υποθετω οτι εδω, επιτρεπω στον εαυτο μου να γραφει ελευθερα.
Το blog που αναφρεις, οπως και αλλα πολλα blogs, τα διαβαζω. Πολλα απο αυτα ομως εχουν το χαρακτηρα στηλης παραπολιτικης ενημερωσης και σχολιασμου και σε μια τετοια περιπτωση,ειναι ευκολο και απαραιτητο να εισαι συντομος. Εχοντας εργαστει πολλα χρονια σε εφημεριδα, τοσο ως πολιτικος συντακτης και αρθρογραφος, οσο και ως αρχισυντακτης, θα μπορουσα να κανω κατι αντιστοιχο.

Τελικα δε μου ειπες, παροτι δε σε ωθησα να το διαβασεις, τελικα τα καταφερες;

Ανώνυμος είπε...

Γιάννη ο κύριος "Ένας παλιός φίλος από την Οννεδ", έχει δίκιο.
Δημοσθένης Μπούκης του Γιάννη

Ιωάννης Γ. Μοίρας είπε...

Ναι, δεν αντιλεγω.