29 Ιουλ 2009

Το πραγματικό unfair

Ο κος. Παπανδρέου ισχυρίζεται πως η παρούσα κυβέρνηση πρέπει να φύγει το συντομότερο δυνατό και δεσμεύεται ότι εαν δεν προκηρυχθούν εκλογές νωρίτερα, τότε θα τις προκαλέσει εκείνος το Μάρτιο, με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Με δεδομένο ότι ο Αύγουστος είναι ένας μήνας νεκρός πολιτικά, ο κος. Παπανδρέου επιβάλει στη χώρα να εισέλθει σε μία προεκλογική περίοδο διάρκειας έξι μηνών, από αρχή Σεπτεμβρίου, μέχρι τέλη Φεβρουαρίου.
Μέσα σε αυτό το εξάμηνο όμως, είναι βέβαιο πως θα μεσολαβήσουν τα ακόλουθα γεγονότα:
- Ο πολλαπλασιασμός των κρουσμάτων ενδημικής μετάδοσης του ιού της νέας γρίπης, με αδήριτη την ανάγκη για συνεχή επανασχεδιασμό του προγράμματος λήψης μέτρων αντιμετώπισης του φαινομένου και ανυπολόγιστες τις επιπτώσεις για την καθημερινότητα του πολίτη και της οικογένειας.
- Η ενίσχυση των πιέσεων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης πάνω στην οικονομία της χώρας και στην οικονομία κάθε επιχείρησης και νοικοκυριού, λαμβανομένου υπόψη ότι οι φετινές απώλειες της τουριστικής μας βιομηχανίας, όποιο και αν είναι το συνολικό μέγεθός τους, θα μεταφερθούν στην υπόλοιπη εγχώρια αγορά μέσα στο φθινόπωρο.
- Η κατάρτιση νέου προϋπολογισμού, ο οποίος, πρέπει να συνδυάζει την προστασία και την ενίσχυση, μέσα στην κλίμακα των αντικειμενικών δυνατοτήτων της οικονομίας, των αδύναμων οικονομικοκοινωνικά ομάδων του πληθυσμού, μαζί με τα απαραίτητα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
- Η κλιμάκωση της διπλωματικής έντασης στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με την Τουρκία να εκδηλώνει όλο και μεγαλύτερη νευρικότητα και επιθετικότητα, όσο πλησιάζει ο κρίσιμος για την υπόθεση της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μήνας Δεκέμβριος.
- Η ωρίμανση της τελευταίας διαμεσολαβητικής προσπάθειας του κου. Νίμιτς για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για συμφωνία στο ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ, η οποία, θα οδηγήσει στη διεθνή άσκηση πολιτικής πίεσης για υποχωρήσεις και παραχωρήσεις και από τα δύο άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη.
- Η περάτωση της πρώτης φάσης προετοιμασιών για την προσπάθεια εφαρμογής πλαισίου ελέγχου στο σοβαρό ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης στη χώρα και ειδικά στην πρωτεύουσα, η οποία, φυσιολογικά, θα επιφέρει μία νέα φάση, που θα απαιτεί τη λήψη σοβαρών πολιτικών αποφάσεων και την ανάληψη εντατικής δράσης των μηχανισμών του κράτους.

Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, οι μήνες που ακολουθούν είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι για τη χώρα και τους κατοίκους της και το πρώτο πράγμα που επιβάλλεται να έχουμε, είναι πολιτική ηρεμία και πολιτική σταθερότητα. Ωστόσο, ο κος. Παπανδρέου επιδιώκει το εντελώς αντίθετο και μάλιστα, φαίνεται πως αυτό, το πράττει ενσυνείδητα, πιστεύοντας ενδεχομένως πως θα προκαλέσει στην κυβέρνηση κρίση άγχους και πανικού, η οποία, θα την οδηγήσει σε πολιτικά λάθη πάνω σε σοβαρά θέματα.
Ο κος. Παπανδρέου συμπεριφέρεται ως απερίσκεπτος και ανεύθυνος. Διότι, ακόμη και αν πιστεύει πως η κυβέρνηση είναι ακατάλληλη και πρέπει να φύγει γρήγορα, ακόμη και αν πιστεύει πως το δικό του κόμμα είναι εκείνο που θα επικρατήσει στις προσεχείς εκλογές, θα όφειλε να σεβαστεί το γεγονός ότι στους μήνες που ακολουθούν, ακόμη και μία ακατάλληλη -κατ’ αυτόν- κυβέρνηση, είναι προτιμότερη και πιο απαραίτητη από μία κυβέρνηση που θα βρίσκεται σε μία κατάσταση προεκλογικής ομηρείας, ή, από μία νέα κυβέρνηση που θα χρειάζεται έναν εύλογο χρόνο προσαρμογής, μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.
Αυτό, είναι το πραγματικά μεγάλο unfair του κου. Παπανδρέου στην περίοδο που διανύουμε και όχι η επιλογή του να παίξει προεκλογικό παιχνίδι πάνω στην πλάτη προσωπικά του κου. Παπούλια κατ’ αρχήν και σε βάρος του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας στη συνέχεια. Και το υποστηρίζω αυτό, διότι ενώ ο χειρισμός της υπόθεσης επανεκλογής του κου. Παπούλια, είναι μεν ένα βαρύτατο θεσμικό ατόπημα που έχει να κάνει με τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του δημοκρατικού μας συστήματος, από την άλλη πλευρά, δεν επηρεάζει άμεσα τη ζωή, την καθημερινότητα και την ασφάλεια της κοινωνίας και του πολίτη. Αντιθέτως, η επιβολή προεκλογικού κλίματος αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο, είναι παραπάνω από πιθανό να επιφέρει όχι μόνο κινδύνους, αλλά και δεινά.

Αναντίρρητα, η κυβέρνηση υποχρεούται να καταβάλει προσπάθεια να κάνει σωστά τη δουλειά της, σχετικά με τα επερχόμενα γεγονότα που περιέγραψα στην αρχή, μη δίνοντας καμία σημασία στην πολιτική πίεση που σκόπιμα και υστερόβουλα επιχειρεί να της ασκήσει ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από την άλλη πλευρά, στο επίπεδο της επικοινωνιακής αντιμετώπισης του κου. Παπανδρέου, είναι πιο σημαντικό να τον εκθέσει κανείς ως απερίσκεπτο και ανεύθυνο, παρά ως αντιθεσμικό. Στο κάτω-κάτω, το δίμηνο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2007, κατά τη διάρκεια του οποίου, η κυβέρνηση κατέβαλε επίπονες καθημερινές προσπάθειες για την ανακούφιση των πληγέντων κατοίκων στις πυρόπληκτες περιοχές της χώρας, ενώ ο κος. Παπανδρέου έκανε προεκλογική εκστρατεία πάνω στις σωρούς των θυμάτων και στα αποκαΐδια των δασών της Πελοποννήσου και των περιουσιών των κατοίκων, είναι χαρακτηριστική και διδακτική σε ότι αφορά το πώς σε περίοδο κρίσης, μπορεί η μία πλευρά να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πολίτη και η άλλη να τη χάσει.

Ανακεφαλαιωτικά, η κυβέρνηση έχει μπροστά της έξι μήνες, γεμάτους σοβαρά προβλήματα, τα οποία, αν διαχειριστεί με σύνεση και αποτελεσματικότητα, μπορεί να χτίσει μία νέα σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη. Και ας φωνάζει ο κος. Παπανδρέου, «εκλογές τώρα», «φτάνει πια», «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», «κάντε τόπο να περάσω». Καλό θα έχει κάνει στην κυβέρνηση και κακό στο κόμμα του, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού.
(Πίνακας: Του William Hogarth από τη σειρά "The Humours of An Election")

23 Ιουλ 2009

Ζόφος στην ενημέρωση


Σε άρθρο του, μέσα από τις γραμμές του οποίου απευθύνει χρήσιμες πολιτικές οδηγίες στον κο. Παπανδρέου για το πώς θα εκλεγεί πρωθυπουργός, ο διευθυντής της «Καθημερινής», κάνει αναφορά σε «συμφέροντα που μπορεί να επιθυμούν να παραμείνει στη αντιπολίτευση το ΠαΣοΚ».
Δε θα σταθώ στο γεγονός, ότι ο διευθυντής μίας εφημερίδας η οποία, για χρόνια χρησιμοποιούσε ως στρατηγική αύξησης της επιρροής της στις πολιτικές εξελίξεις, ένα δημοσιογραφικό άνοιγμα προς τους ψηφοφόρους της ΝΔ και τον κεντροδεξιό χώρο, φτάνει στο σημείο, να παρουσιάζει τον κο. Παπανδρέου, όχι απλά ως επόμενο πρωθυπουργό, αλλά ακόμη και ως αντίμαχο συμφερόντων! Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκρότημα στο οποίο ανήκει η εφημερίδα κάνει μία οργανωμένη στροφή κατά κυβέρνησης της ΝΔ.
Θα σταθώ, όμως, για μία ακόμη φορά στη θλιβερή πραγματικότητα, να έχει μείνει η ΝΔ χωρίς καμιά ισχυρή φωνή δημοσιογραφικής υποστήριξης μέσα στον εκδοτικό χώρο. Όπως είχα αναφέρει στην ανάρτησή μου στις 23 Ιουνίου, ο «Ελεύθερος Τύπος» είχε προ ετών παύσει να αποτελεί ένα αξιόπιστο σύμμαχο της ΝΔ, ενώ ταυτοχρόνως, η «Απογευματινή» αντιμετωπίζει οικονομικές και διοικητικές δυσκολίες και ο «Αδέσμευτος» εφαρμόζει σχέδιο περιορισμένων προσδοκιών.
Αυτή τη στιγμή, στις εφημερίδες, αλλά και στα ΜΜΕ γενικότερα, υπάρχει μονομέρεια και υποκειμενικότητα για όφελος του ΠαΣοΚ, σε όλες σχεδόν τις αναφορές και τα σχόλια που παρατίθενται σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα. Μάλιστα, αυτό συμβαίνει σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό και σε τόσο συστηματικό ρυθμό, που το πρόβλημα πλέον, δεν είναι ότι αδικούνται η ΝΔ, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός, αλλά ότι παρουσιάζεται σαφές έλλειμμα ισορροπίας, δηλαδή έλλειμμα δημοκρατίας, στον τομέα της ενημέρωσης του πολίτη.

Και όμως…
Υπάρχουν τίτλοι ιστορικών εφημερίδων της κεντροδεξιάς, που βρίσκονται είτε σε χέρια επιχειρηματιών που είναι εμφανές ότι δε μπορούν να υποστηρίξουν μεγάλα εκδοτικά εγχειρήματα, όπως στην περίπτωση της «Βραδυνής», είτε μένουν ανενεργοί μέσα σε ένα συρτάρι, όπως στην περίπτωση της «Μεσημβρινής». Υπάρχει και η περίπτωση του τίτλου της εφημερίδας «Ακρόπολις», ο οποίος, έχει περιέλθει στη χρήση ενός κυρίου, που παρουσιάζει καθημερινώς ένα τετρασέλιδο φτωχό σε ύλη, άποψη και αισθητική, διόλου αντάξιο της ιστορίας και του ονόματος της εφημερίδας.
Τα ερωτήματα που αναπόφευκτα ανακύπτουν, είναι κρίσιμα.
- Πολιτικοί παράγοντες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις εντός και πέριξ της κυβερνώσας παράταξης, δε νιώθουν πως είναι επείγον να αλλάξει αυτή η κατάσταση;
- Ισχυροί επιχειρηματίες, οι οποίοι ενδεχομένως θα έβλεπαν ως πρόκληση να πάρουν στα χέρια τους ένα ιστορικό τίτλο εφημερίδας και να καλύψουν τις αναγνωστικές ανάγκες του μεγάλου κεντροδεξιού κοινού, δεν υπάρχουν, ή δεν είναι δυνατό να βρεθούν;
- Τόσοι και τόσοι δημοσιογράφοι, ανάμεσά τους και κάποιοι διάσημοι, που επιθυμούν να γράφουν ή να σχολιάζουν, από τη σκοπιά της κεντροδεξιάς, ή της φιλελεύθερης προσέγγισης, δε βλέπουν πόσο αναγκαίο είναι να λειτουργήσουν κάτω από μία γερή -επιτέλους-επαγγελματική στέγη;
- Όλοι οι προηγούμενοι, δεν είναι εφικτό να βρεθούν σε μια συζήτηση και να συνεννοηθούν για την οργάνωση ενός νέου εκδοτικού εγχειρήματος, ή την αναβίωση ενός παλιού;
- Δε θα γίνει κάτι, τέλος πάντων, για να διαλυθεί αυτός ο ζόφος στην ενημέρωση;

Κάθε απάντηση, σεβαστή.

(Πίνακας: "The Shadow" από τον Pablo Picasso)

21 Ιουλ 2009

Καθεστωτικά δεσμά


Ο κος. Παπανδρέου μάζεψε όπως-όπως το σύνθημα που απηύθυνε προεκλογικά στην κυβέρνηση «κάντε τόπο να περάσει η Ελλάδα», διότι, προφανώς κάποιος θα του επισήμανε ότι αποτελούσε απαύγασμα αλαζονείας και αμετροέπειας να ταυτίζει τη χώρα με το κόμμα του.
Ωστόσο, τα γεγονότα φανερώνουν ότι το νόημα των λόγων του, έχει γίνει σπορά στη συνείδηση κάθε συνεργάτη του που προαλείφεται -τάχα- για υπουργός, με αποτέλεσμα να ανθίζει και να καρποφορεί και πάλι εντός του ΠαΣοΚ, ο πόθος για εξουσία και το σχέδιο για εγκαθίδρυση ενός συστήματος με καθεστωτικά χαρακτηριστικά, παρόμοιου με αυτό που ζήσαμε επί είκοσι χρόνια.

Με αφορμή το ζήτημα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και τις απόψεις που διατυπώνουν έγκριτοι συνταγματολόγοι, προερχόμενοι πολιτικά από το ΠαΣοΚ, ενάντια στο αντιθεσμικό παιγνίδι που παίζει ο κος. Παπανδρέου προκειμένου να εκβιάσει για πρόωρες εκλογές, ο κος. Ρόβλιας, τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΠαΣοΚ, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Η εφαρμογή και η ερμηνεία του Συντάγματος, δε μπορούν να λειτουργήσουν εις βάρος του εθνικού συμφέροντος».
Λαμβάνοντας τη σκυτάλη στις δηλώσεις στελεχών, ο κος, Χρυσοχοϊδης, τομεάρχης Ανάπτυξης, υποστήριξε το εξής: «Αν δεν είχαμε αυτή τη θέση, ότι αυτή η κυβέρνηση είναι κυβέρνηση μειοψηφίας και ότι πρέπει να φύγει το γρηγορότερο δυνατό, θα ήταν σα να κλείναμε τα μάτια μας μπροστά στην πραγματικότητα και μπροστά στην καταστροφή».
Δύο από τα επιφανέστερα στελέχη της ηγετικής ομάδας του ΠαΣοΚ, επιβεβαιώνουν με τον πλέον αδιάψευστο τρόπο, ότι το κόμμα τους και ο αρχηγός τους, ταυτίζουν το κομματικό τους συμφέρον με το εθνικό και μπροστά σε αυτό, δεν έχουν καμία σημασία ούτε το Σύνταγμα, ούτε η εφαρμογή του. Ταυτόχρονα, εμμέσως, πλην σαφώς, περιγράφουν ως μειοψηφική ομάδα τα τρία εκατομμύρια πολιτών που αποφάσισαν, ούτε καλά-καλά δύο χρόνια πριν, να ψηφίσουν για κυβέρνηση τη ΝΔ και μάλιστα, με παραπάνω από τρεισήμισι ποσοστιαίες μονάδες διαφορά από το ΠαΣοΚ.

Προφανώς, για τον κο. Παπανδρέου και τα στελέχη του, το Σύνταγμα, οι θεσμοί και οι κανόνες της Δημοκρατίας, τα όργανα και οι λειτουργίες της Πολιτείας, υφίστανται μόνο ως εργαλεία, ή ως εφόδια, για να προάγονται εντός του πολιτικού χάρτη της χώρας, οι στρατηγικές θέσεις και τα στρατηγικά συμφέροντα του κόμματός τους.
Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται πιθανότατα, είναι τα μηνύματα και τα κελεύσματα τους, δεν τα εισπράττουν άβουλοι, παθητικοί δέκτες που στερούνται κρίσης και μνήμης, αλλά ώριμες κοινωνικές ομάδες και μονάδες, και βαθιά πολιτικοποιημένα σύνολα και άτομα, που θα αναλογιστούν σοβαρά τον κίνδυνο να εγκλωβιστούν ξανά στα πολιτικά δεσμά ενός καθεστώτος, τον κυνισμό και τον απολυταρχισμό του οποίου αδυνατούν, ή αδιαφορούν να κρύψουν ο κος. Παπανδρέου και τα στελέχη του.

(Πίνακας: “The Prison Courtyard” του Vincent Van Gogh)

20 Ιουλ 2009

Σκληροί και άφοβοι


Η στάση του τύπου, γραπτού και ηλεκτρονικού, στο θέμα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι αντιπρο-
σωπευτική της συνολικότερης στάσης του, υπέρ του ΠαΣοΚ και κατά της ΝΔ.
Οι κκ. Τσάτσος και Κασσιμάτης, κορυφαίοι συνταγματολόγοι και οι δύο, προερχόμενοι μάλιστα από το χώρο του ΠαΣοΚ, ετέθησαν δημοσίως ενάντια στην επιλογή του κου. Παπανδρέου να παίξει πολιτικό παιχνίδι με την εκλογή Προέδρου, με σκοπό να χειραγωγήσει τις εξελίξεις και να προκαλέσει εκλογές, αλλά ουδείς αρθρογράφος ή σχολιαστής αναδεικνύει τη σημασία και τη βαρύτητα αυτών των απόψεων και θέσεων.
Επιπλέον, ουδείς μπαίνει καν στη βάσανο να επιβεβαιώσει το προφανές, δηλαδή, ότι ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ, απειλεί να πάρει μία υπόθεση ενωτική για όλους τους Έλληνες και να την μετατρέψει σε διχαστική και ότι σε τελική ανάλυση, προσβάλει τον κο. Παπούλια τόσο ως εθνικό ηγέτη, όσο και ως πολιτικό πρόσωπο με κύρος και ιστορία.
Αντιθέτως, θυμόμαστε όλοι, όταν ο πρωθυπουργός αποφάσισε να κλείσει η Βουλή λόγω ευρωεκλογών, πόση αναστάτωση είχε ξεσηκωθεί από τις εφημερίδες και τα κανάλια, περί μίας δήθεν συνταγματικής εκτροπής. Τώρα, για το θέμα Παπούλια, δεν τίθεται καν ζήτημα πολιτικής δεοντολογίας, ή ορθής, από ηθική σκοπιά, αντιμετώπισης.

Έτσι είχαν τα πράγματα ανέκαθεν με τον τύπο, έτσι έχουν και τώρα.

Δεν ξεχνάμε ότι μόλις πριν τις εκλογές του 2004 και ενώ η κυβέρνηση ΠαΣοΚ κατέρρεε όχι μόνο δημοσκοπικά, αλλά και πολιτικά, η πλειοψηφία εφημερίδων και καναλιών δεν είχε τίποτα αρνητικό να παρατηρήσει για την κανονικότητα ή μη, της παράδοσης της αρχηγίας από τον κο. Σημίτη στον κο. Παπανδρέου. Αντιθέτως, reporters κυνηγούσαν από πίσω το νεοεκλεγέντα πρόεδρο του ΠαΣοΚ ωσάν να ήταν ο Μεσσίας που κατήλθε από τους ουρανούς, ενώ η κανονική ροή του προγράμματος των καναλιών διακοπτόταν, ακόμη και όταν ο κος. Παπανδρέου έβγαινε από την οικία του, για να πάει για ποδηλατάδα ή στο γυμναστήριο.
Αλλά και το καυτό καλοκαίρι του 2007, δε βρέθηκε κάποιος να πει ή να γράψει ότι, ενώ ο πρωθυπουργός με τους υπουργούς του έδιναν αγώνα για την αντιμετώπιση των καταστροφικών συνεπειών της τραγωδίας σε Πελοπόννησο και Εύβοια και την ανακούφιση των πληγέντων, ο κος. Παπανδρέου έκανε προεκλογικές περαντζάδες, στήνοντας την προπαγάνδα του πάνω στα αποκαΐδια των περιουσιών και στις σωρούς των θυμάτων, με τη συνοδεία τοπαρχών και κομματαρχών του, που χαμογελούσαν χαρούμενοι διότι πίστευαν πως η κυβέρνηση έπεφτε.
Από το φθινόπωρο του 2008 και μετά, όταν «γύρισαν» οι δημοσκοπήσεις, ότι και αν προσπαθεί να βάλει μπρος ο κος. Καραμανλής αξιολογείται ως στραβό, ενώ την ίδια ώρα, όχι μόνο καταβάλλεται επιμελής προσπάθεια από τα ΜΜΕ, προκειμένου να φιλοτεχνηθεί για τον κο. Παπανδρέου μία εικόνα με χαρακτηριστικά ηγέτη, αλλά την ίδια ώρα, με ένα μαγικό σφουγγάρι, έχει σβήσει το δικό του κυβερνητικό παρελθόν.

Ας το πάρουμε απόφαση, ότι και στις προσεχείς εκλογές, η ΝΔ θα πάει με όλα τα μαζικά μέσα ενημέρωσης απέναντί της. Απαιτείται να βγει και πάλι ο κος. Καραμανλής μπροστά. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, τα ποσοστά της ΝΔ ανεβαίνουν, όχι διότι ο πρωθυπουργός είναι επικοινωνιακός, αλλά διότι ο πολίτης τον πιστεύει και υπάρχει κάτι σα φυσικός κώδικας ταύτισης ανάμεσά τους. Κυρίως όμως, απαιτείται να βγουν μπροστά, μαχητές του λόγου και του επιχειρήματος, που θα μπορούν να σταθούν απέναντι σε πέντε φανερούς αντίπαλους, τους εκπροσώπους από τα κοινοβουλευτικά κόμματα της αντιπολίτευσης και άλλους τόσους κρυφούς, που συνήθως είναι οι «έγκυροι» και «έγκριτοι» σχολιαστές της προκατάληψης και της μονομέρειας και οι διάφοροι αυτόκλητοι εκπρόσωποι της κοινωνίας, που δεν είναι άλλοι, από τους διάφορους ηθοποιούς, τραγουδιστές, δικηγόρους, καθηγητές κ.α. που συμπληρώνουν κάθε panel και κάθε θεματολογία, όπως ο μαϊντανός συμπληρώνει κάθε συνταγή.

Ο πόλεμος είναι άνισος. Περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Για να επιβιώσει η ΝΔ σε αυτόν, είναι αναγκαίο να βγουν εμπρός οι σκληροί, οι άφοβοι και κυρίως, εκείνοι που πιστεύουν στον εαυτό τους και στους δίπλα τους.

( Πίνακας: "Fearless Warrior" της Natalie Holland)

18 Ιουλ 2009

Η γύμνια του ψέματος


Σύμφωνα με το ρεπορτάζ δημοσιογράφων που καλύπτουν το Συμπόσιο της Σύμης, μιλώντας ο κος. Παπανδρέου για τα ελληνοτουρκικά και την πολιτική της κυβέρνησης, επιχείρησε να ασκήσει κριτική και να απευθύνει υποδείξεις. Έχοντας παρακολουθήσει επί πολλά χρόνια τα ζητήματα αιχμής της εξωτερικής μας πολιτικής, μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι η κριτική του είναι αντιφατική και εσφαλμένη και επιπλέον, με βάση το είχε πράξει στα ελληνοτουρκικά ο ίδιος, ως αναπληρωτής υπουργός αρχικά και ως υπουργός Εξωτερικών στη συνέχεια, οι υποδείξεις του είναι υποκριτικές και προκλητικές.

Κατ’ αρχήν, ο κος. Παπανδρέου, ισχυρίστηκε πως η κυβέρνηση πρέπει να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο για άσκηση «βέτο» για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να μην προεξοφλεί ότι δε θα προβάλλει αντιρρήσεις.
Και όμως, την ίδια μέρα, προτού μάλιστα συζητήσει ο κος. Παπανδρέου με τους δημοσιογράφους, η υπουργός Εξωτερικών κα. Μπακογιάννη, μιλώντας στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Mega, είχε καταστήσει ξεκάθαρο ότι την Τουρκία «δεν την υποστηρίζουμε άνευ όρων και δε δίνουμε λευκή επιταγή». Πρόσθεσε ακόμη: «Αυτό το οποίο η Ελλάδα λέει και είναι πάρα πολύ σαφής, είναι ότι δεν υπάρχει Ευρώπη a la τουρκική carte, δηλαδή δε μπορεί η Τουρκία να επιλέγει από το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο, αυτά που της αρέσουν και αυτά που δεν της αρέσουν, να τα αφήνει στην άκρη. Είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με το σύνολο των κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Είναι υποχρεωμένη να τηρήσει τις συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει. Αυτό πλέον έχει γίνει ευρύτερα γνωστό και έχει γίνει ευρύτερα γνωστό και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί και η Ελλάδα δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια».
Είτε οι συνεργάτες του δεν ενημερώνουν εγκαίρως τον κο. Παπανδρέου για τις επίσημες τοποθετήσεις της κυβέρνησης, αφήνοντάς τον έκθετο να λέει πράγματα που δεν ισχύουν, είτε τον ενημερώνουν, αλλά εκείνος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει καν ποιο είναι ακριβώς το περιεχόμενο, είτε το κατανοεί, αλλά βγαίνει μετά και λέει στους δημοσιογράφους ψέματα. Δεν ξέρω τι από τα προηγούμενα είναι χειρότερο από τα άλλα.
Πάντως, τα όσα είπε η κα. Μπακογιάννη, τα έχει καταστήσει απολύτως γνωστά και ξεκάθαρα με επανειλημμένες επίσημες τοποθετήσεις του, εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, και ο πρωθυπουργός κος. Καραμανλής. Επομένως, δε δικαιολογείται ο κος. Παπανδρέου να βρίσκεται στο δικό του κόσμο, ειδικά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Έναν τομέα, ο οποίος, δεν είναι απλά εθνικά σημαντικός και ευαίσθητος, αλλά υποτίθεται ότι τον ξέρει και καλά.

Στην ίδια συζήτησή του με τους δημοσιογράφους, ο κος. Παπανδρέου ισχυρίστηκε επίσης, πως «αν τεθεί βέτο από την Ελλάδα, χωρίς η χώρα μας να έχει κάνει τίποτα για τη δική της προετοιμασία και για την προετοιμασία των εταίρων, τότε οι εταίροι θα ρίξουν την ευθύνη στην Ελλάδα και στην Κύπρο και αυτό, θα γίνει μέσω της απραξίας που δείχνει η σημερινή κυβέρνηση».
Πέραν του ότι συνιστά περιδίνηση της σκέψης του μέσα σε μία άβυσσο αντιφατικότητας το γεγονός ότι ενώ προσάπτει στην κυβέρνηση κατηγορία για απεμπόληση του δικαιώματος της χώρας μας για έκφραση αρνησικυρίας για ένταξη της Τουρκίας, την ίδια ώρα, συζητά το ενδεχόμενο η Ελλάδα να κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού τελικά, ο κος. Παπανδρέου δε δείχνει καν να αντιλαμβάνεται το αυταπόδεικτο. Ποιο είναι αυτό;
- Πρώτον, ότι η κυβέρνηση, μένοντας πιστή στην άποψη του κου. Καραμανλή ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να διακρίνεται τόσο από συνέχεια, όσο και από συνέπεια, δεν άλλαξε σε τίποτα την πολιτική τοποθέτηση των προηγούμενων κυβερνήσεων, που αποτελούσε εξάλλου και πάγια θέση της ΝΔ, για ένταξη της Τουρκίας με προαπαιτούμενα και υποχρεώσεις.
- Δεύτερον, ότι εκείνο που κατάφερε η παρούσα κυβέρνηση και σίγουρα αποτελεί ιδιαίτερη επιτυχία, είναι να απαλλάξει τη χώρα από το βάρος να χρησιμοποιείται συνεχώς από τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εμπόδιο στην ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων και συνάμα, ως άλλοθι για οποιαδήποτε καθυστέρηση προκύπτει στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα, να έρθουν στο προσκήνιο εκείνοι που πραγματικά δε θέλουν με τίποτα την τουρκική ένταξη. Μιλάμε για κυβερνήσεις ευρωπαϊκές και κόμματα πανίσχυρα, όπως οι χριστιανοδημοκράτες και κυρίως, οι χριστιανοκοινωνιστές της Γερμανίας, το λαϊκό κόμμα της Γαλλίας, οι χριστιανοδημοκράτες της Ολλανδίας κ.α.

Ανακεφαλαιωτικά, έχουμε καταφέρει, από τη μία πλευρά να ασκείται έντονη πίεση να συμμορφώνεται η Τουρκία με το κοινοτικό κεκτημένο και το Διεθνές Δίκαιο και από την άλλη, η χώρα μας να μην είναι δυνατό να κατηγορηθεί από κανέναν και κυρίως από τους Τούρκους, ότι είναι εκείνη που υπονομεύει το ζήτημα της ένταξης. Έτσι, η επιθετικότητα και η αυθαιρεσία των γειτόνων μας έγινε από εθνικό μας πρόβλημα, ευρωπαϊκό και τούτο, αποτελεί επίτευγμα της ΝΔ και προσωπικά του κου. Καραμανλή. Αυτά, παριστάνει ο κος. Παπανδρέου πως δεν τα ξέρει και έως κάποιο βαθμό θα μπορούσε να τον καταλάβει κανείς, διότι έχει κάθε λόγο να αισθάνεται εξαιρετικά ελλειμματικός σε ότι αφορά τα αποτελέσματα της δικής του εργασίας και επιρροής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Απόδειξη για αυτό που αναφέρω, είναι ότι στο τελευταίο μεγάλο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, του πλειοψηφούντος εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ευρωπαϊκού κόμματος, μέλος του οποίου είναι η ΝΔ, στη διακήρυξη που εκδόθηκε, γινόταν σαφής αναφορά για τις υποχρεώσεις των υποψηφίων προς ένταξη χωρών σε σχέση με το κοινοτικό κεκτημένο, δείχνοντας ξεκάθαρα προς την Άγκυρα. Στο ίδιο συνέδριο, εκδόθηκε ξεχωριστό ψήφισμα για το σεβασμό της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου, τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του και την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Αντίστοιχα, στο μεγάλο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, στη διακήρυξη που εκδόθηκε δεν υπήρχε μέριμνα ή έστω απλή μνεία για τίποτα από τα προηγούμενα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι Ευρωσοσιαλιστές δε νοιάζονται να υποδείξουν στην Τουρκία τις βασικές υποχρεώσεις της έναντι των γειτόνων της, ή, ότι το ΠαΣοΚ και ο κος. Παπανδρέου προσωπικά δε νοιάζονται να περάσουν αυτά τα ζητήματα στην πλατφόρμα του ΕΣΚ, ή, ότι δεν έχουν τη δύναμη να καταφέρουν οτιδήποτε τέτοιο, ή και τα τρία μαζί. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η αδυναμία του κου. Παπανδρέου δε μπορεί να εκτονώνεται δημόσια με μία συμπεριφορά τόσο θρασεία, ώστε να υποδεικνύει προς την κυβέρνηση ότι «το θέμα του Πατριαρχείου δεν είναι διμερές, αλλά υποχρέωση της Τουρκίας απέναντι στην ΕΕ»!

Ο κος. Παπανδρέου, δε σταμάτησε όμως στα παραπάνω, αλλά τράβηξε το κορδόνι ακόμη περισσότερο. Έκανε λόγο για «εγκατάλειψη της παραπομπής του θέματος της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, όπως αναφερόταν στη Συμφωνία του Ελσίνκι του 1999», για «διασφάλιση των συμφερόντων της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της μέσω Χάγης» και ακόμη, ότι «αν δεν κάνουμε κάτι, η Τουρκία θα βάζει καινούργια ζητήματα και θα παζαρεύει την αφαίρεσή τους από τον κατάλογο».

Κατ’ αρχήν, η συμφωνία του Ελσίνκι την οποία επικαλείται ο κος. Παπανδρέου, εμπεριέκλειε, με την υπογραφή μάλιστα τη δική του και του κου. Σημίτη, την παραδοχή ότι Ελλάδα και Τουρκία έχουν «διασυνοριακές διαφορές». Με απλά λόγια, οι κκ. Παπανδρέου και Σημίτης επέτυχαν το ακατόρθωτο: οι μονομερείς διεκδικήσεις και αβάσιμες αιτιάσεις των Τούρκων αναφορικά με εδαφικά και κυριαρχικά ζητήματα, να αναγνωριστούν και επισήμως από κείμενα της ΕΕ ως εμπραγμάτως υφιστάμενες! Σχετικά με το θέμα της υφαλοκρηπίδας, ο κος. Παπανδρέου είχε και πάλι άγνοια, ή παρίστανε τον ανήξερο για ότι είχε πει, λίγη ώρα πριν, η κα. Μπακογιάννη στο Mega: «Έχουμε ένα θέμα, στο οποίο συζητάμε και είναι το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Είμαστε έτοιμοι, εάν υπάρξει πρόοδος στις συζητήσεις μας, να πάμε στη Χάγη για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, είναι πάγια ελληνική θέση. Αυτό είναι το ανοιχτό θέμα για μας. Μόνο».
Ενδεχομένως, ο κος. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται, ή, παριστάνει πως δεν αντιλαμβάνεται, ότι αυτή την περίοδο, γίνεται μία ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των δύο χωρών σε ελεγχόμενο πολιτικό επίπεδο και αν σημειωθεί σύγκλιση, τότε το θέμα θα παραπεμφθεί στη Χάγη για ρύθμιση του προβλήματος εντός ενός συμπεφωνημένου πλαισίου. Μιλάμε, δηλαδή μία διαδικασία πολιτικά ελεγχόμενη, η πρόοδος της οποίας θα επιβεβαιωθεί και νομικά από ένα διεθνές όργανο. Αντίθετα, ο ίδιος ως υπουργός Εξωτερικών, δεχόταν εκ προοιμίου και άνευ διαπραγμάτευσης, την επιδικαστική ορθότητα και αυθεντία της Χάγης αναφορικά με την απόφαση που θα εξέδιδε για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και καλούσε μάλιστα την τουρκική πλευρά, να πιστοποιήσει αυτή την άποψη υπογράφοντας συνυποσχετικό. Παραβλέποντας ολωσδιόλου, ότι η Χάγη επιδικάζει με βάση ένα πολιτικό σκεπτικό που σταθμίζει πρωτίστως την ισχύ της διεθνούς θέσης και τη σημασία των συμφερόντων καθενός εκ των διαδίκων. Για να το κάνω πιο κατανοητό, ο κος. Παπανδρέου δεσμευόταν προκαταβολικά να μείνει εγκλωβισμένη η Ελλάδα σε μία δικαστική απόφαση για την υφαλοκρηπίδα, η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα είχε εκδοθεί με πολιτικό σκεπτικό και μάλιστα, εκδήλωνε τη διάθεση να συμβεί το ίδιο και με τις υπόλοιπες τουρκικές διεκδικήσεις για τον εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα, ενδεχομένως τις «γκρίζες ζώνες» και την αποστρατιωτικοποίηση του ανατολικού Αιγαίου και πάει λέγοντας…

Σχετικά με τις υποδείξεις του γύρω από το ότι οι Τούρκοι προσθέτουν ζητήματα στο τραπέζι, μόνο και μόνο για να έχουν τη διαπραγματευτική δυνατότητα στη συνέχεια να τα αποσύρουν, διασφαλίζοντας μόνο εκείνα που τους είναι σημαντικά και απαραίτητα, ο κος. Παπανδρέου ενδεχομένως αναμηρυκάζει τη διαπραγματευτική θεωρία των absolute minima και absolute maxima, των απολύτων ελαχίστων και απολύτων μεγίστων, σύμφωνα με την οποία, μεγιστοποιώντας την κλίμακα των ζητημάτων που θέτει στο τραπέζι ένας διαπραγματευτής, ακόμη και με την πρόσθεση ανύπαρκτων, ή παράλογων διεκδικήσεων ή αιτιάσεων, τελικά καταφέρνει να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να τα αποσύρει ένα-ένα, λαμβάνοντας κάθε φορά ως αντάλλαγμα, την εξασφάλιση κάποιου ή κάποιων εκ των αρχικών, υπαρκτών και βάσιμων συμφερόντων του.
Στη θεωρία παίρνει καλό βαθμό ο κος. Παπανδρέου, αλλά στην πράξη μένει μετεξεταστέος. Διότι, επί των ημερών που κυβερνούσε ο ίδιος και το ΠαΣοΚ, ήταν που επιχείρησαν οι Τούρκοι να προκαλέσουν τετελεσμένα και να αθροίσουν το ένα καινούργιο, παντελώς ανύπαρκτο μέχρι πρότινος ζήτημα, πάνω στο άλλο.

Η αρχή έγινε με το fait accompli που επιχείρησαν να δημιουργήσουν οι Τούρκοι στα Ίμια, με κατάληξη το γνωστό “no ships, no flags” των Αμερικανών διαμεσολαβητών, τους οποίους ευχαρίστησε, από το βήμα της Βουλής, ο κος. Σημίτης. Στη συνέχεια, οι κκ. Σημίτης και Ντεμιρέλ υπέγραψαν από κοινού στη Μαδρίτη μία συμφωνία διακήρυξης αρχών, σύμφωνα με την οποία, η Ελλάδα αναγνώριζε «ζωτικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο και δεσμευόταν να «αποφύγει οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια, η οποία θα ήταν δυνατό να προκαλέσει πολεμική ένταση μεταξύ των δύο χωρών», το οποίο σε πρακτική απόδοση, μπορούσε να σημαίνει ακόμη και ότι η χώρα μας αποσυρόταν από το δικαίωμα προέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ., δεδομένου ότι αυτό αποτελούσε ήδη για την Τουρκία διακηρυγμένo casus belli. Σε απάντηση της καλής διάθεσης που προσπαθούσε να επιδείξει η ελληνική πλευρά, οι Τούρκοι παρουσίασαν τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και από εκεί και πέρα, δεν έπαψαν να θέτουν νέα ζητήματα στο τραπέζι της συνδιαλλαγής ή και της συναλλαγής.
Στην εντεινόμενη τουρκική διεκδικητικότητα, ο κος. Παπανδρέου είχε να αντιτείνει την πολιτική της «βήμα-προς-βήμα προσέγγισης», την οποία μάλιστα παρουσίαζε δημοσίως ως «προσωπικό του στοίχημα» εγκαινιάζοντας μαζί με τον ομολογο του Ι. Τζεμ, τη διπλωματία των σεισμών, των καλλιτεχνών, των μαθητών κλπ. Σε επίπεδο πολιτικών διαπραγματεύσεων, όμως, η χώρα παρέμενε διαλλακτική, σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο κος. Πάγκαλος να δηλώνει για τον κο. Παπανδρέου σε τηλεοπτική του συνέντευξη: «Είναι σοβαρή έλλειψη φρόνησης να λέει κάποιος, όπως ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, ότι χρειάζονται υποχωρήσεις από Ελλάδα και Τουρκία για να τα βρούμε και ότι άλλαξε το κλίμα. Αυτά είναι αμερικάνικα και επίσημη ανθελληνική προπαγάνδα των Αμερικανών και δεν πρέπει να την υιοθετούμε και να την κάνουμε δική μας θέση». Ο κος. Πάγκαλος επεσήμαινε ακόμη ότι η τακτική του Γιώργου Παπανδρέου «είναι απαράδεκτη, κάνει ζημιά στην εξωτερική πολιτική της χώρας και δε σχετίζεται με την αντικειμενική πραγματικότητα», καθώς και ότι είναι «αδιέξοδη και δεν οδηγεί πουθενά στις σχέσεις μας με την Τουρκία».
Ταυτόχρονα, στο επίπεδο των συμβολισμών, οι οποίοι πάντοτε έχουν τη δική τους κρίσιμη σημασία στην πολιτική, ο κος. Παπανδρέου κατέθετε στέφανο στο μαυσωλείο του Κεμάλ, έδινε ομιλίες ακριβώς κάτω από γιγάντιες απεικονίσεις του, που καταλαμβαναν το υψος και το πλατος ενός ολόκληρου τοίχου, ενώ στις επισκέψεις του Ι. Τζεμ στην Ελλάδα γίνονταν δεκτά ακόμη και διακριτικά αιτήματα της τουρκικής πλευράς για αποκαθήλωση πινάκων με τον Κολοκοτρώνη από το ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε, σηκωνόταν στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. (15/3/01) και υποστήριζε πως «η τουρκική κυβέρνηση ρυθμίζει το καθεστώς των φυλακών προς την σωστή κατεύθυνση», ακυρώνοντας στην ουσία μία γαλλογερμανική πρωτοβουλία για έκδοση καταδικαστικού ψηφίσματος για τα «λευκά κελιά», δεχόταν την επίσημη μετονομασία των «Στενών» της συμφωνίας του Μοντρέ, σε Τουρκικά -πλέον- Στενά» (7/6/2002 – «Ελευθεροτυπία»), ενώ στο Αιγαίο, οι παραβάσεις και παραβιάσεις από τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη αυξάνονταν από 931 το 2000, σε 1.891 το 2001, σε 6.010 το 2002 και σε 5.809 το 2003. Σημειωτέον, ότι επί κυβερνήσεων ΠαΣοΚ, οι Τούρκοι είχαν προβεί σε απανωτές παρενοχλήσεις πολιτικών μας αεροσκαφών και δύο φορές, είχαν πάει «συνοδεία» το C130 που μετέφερε τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας, ο. Τσοχατζόπουλο.

Για το τέλος, άφησα την παραίνεση που απηύθυνε μέσα από τη συζήτησή του με τους δημοσιογράφους, ο κος. Παπανδρέου για το ζήτημα της μειονότητας της Θράκης, αναφέροντας ότι «είναι ένα θέμα αποκλειστικά ελληνικό και δεν το συζητάμε με κανέναν».
Πράγματι, δεν υπάρχει ανάγκη να το συζητήσει, ο κος. Παπανδρέου τουλάχιστον, με κανέναν Τούρκο, δεδομένου ότι μιλώντας ο ίδιος για αυτό, τα καταφέρνει να δημιουργήσει μία εικόνα ζοφερή για τα εθνικά μας συμφέροντα. Ενδεικτικά, να αναφέρω τη συνέντευξή του στο περιοδικό «Κλικ» τον Ιούλιο του 1999, στην οποία, έλεγε για τους μειονοτικούς της Θράκης «ποσώς με ενδιαφέρει το αν ο ένας λέγεται Μουσουλμάνος ή Τούρκος, Πομάκος ή Βούλγαρος», καταργώντας έτσι τη σημασία που περιέχει και την ασφάλεια που παρέχει η διατύπωση της Συνθήκης της Λωζάνης για μουσουλμανική μειονότητα. Επιβραβευτικό των όσων είπε στο «Κλικ», ήταν το μοναδικό για τα πολιτικά μας δεδομένα πρωτοσέλιδο της τουρκικής εφημερίδας Hurriyet (28/7/1999) με το βασικό τίτλο “Bravo Yiorgos”!

Μιλώντας για τα ελληνοτουρκικά, ο κος. Παπανδρέου υποχρεούται μόνο να ενώνει τις δικές του δυνάμεις του με τις προσπάθειες του κου. Καραμανλή, για την εφαρμογή μίας πολιτικής που διακρίνεται από συνέχεια και συνέπεια μέσα στο χρόνο, έχει εθνικά χαρακτηριστικά και εφαρμόζεται με ψύχραιμους χειρισμούς.
Αντιθέτως, δε δικαιούται να «κατακεραυνώσει» -τάχα- την κυβέρνηση, ούτε και να υπονομεύει την πολιτική μας στα ελληνοτουρκικά, σε μία κρίσιμη φάση, ποσο μαλλον, χρησιμοποιώντας υποκριτικές υποδείξεις και προκλητικές επικλήσεις.
Γιατί ενώ η αλήθεια είναι πραγματικά γυμνή, τα ψέματα του Παπανδρέου φαίνονται ακόμη γυμνότερα.

16 Ιουλ 2009

Άμα κάτσεις με στραβό...


Δε γνωρίζω τι είναι στην πραγματικότητα εκείνο που κινητοποιεί κάποιους μέσα στο κατακαλόκαιρο, να προκαλέσουν αλλαγή στην ηγεσία της ΟΝΝΕΔ, δεδομένου μάλιστα, ότι ο τωρινός, επιτυχημένος κατά γενική παραδοχή, πρόεδρός της κος. Παπανικολάου δεν έχει προλάβει καν να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα ως ευρωβουλευτής. Εκείνο που γνωρίζω, ωστόσο, με απόλυτη βεβαιότητα, είναι ότι εκείνοι που παρουσιάζονται ως επίδοξοι «μνηστήρες» της θέσης του, μαζί με τις ομάδες νεολαίων που τους ακολουθούν, επιδίδονται σε ένα αγώνα, που δεν έχει κανένα απολύτως χαρακτηριστικό πολιτικής διαφοροποίησης, αλλά είναι ξεκάθαρο πως οφείλεται στον ανταγωνισμό εσωτερικών συσχετισμών και στη σύγκρουση κομματικών μηχανισμών.

Μέσα στη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνει σήμερα ο κόσμος μας, περισσότερο, ή λιγότερο αναπτυγμένος, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, θα περίμενε κανείς από τους νεολαίους ενός σύγχρονου και μεγάλου ευρωπαϊκού κόμματος να έχουν αναπτύξει μία εσωτερική αντιπαράθεση θέσεων και επιχειρημάτων, σχετικά με το ποιες μπορεί και ποιες πρέπει να είναι οι κατευθύνσεις που θα χαράξει η χώρα μας, αλλά και η Ευρώπη, από εδώ και εμπρός. Δηλαδή, θα περίμενε κανείς, να βλέπει τους νεολαίους που θέλουν περισσότερο κράτος στην Οικονομία, να μαλώνουν με τους νεολαίους που θέλουν περισσότερη αγορά. Αυτούς που υποστηρίζουν τη διασφάλιση του κοινωνικού κεκτημένου της εργασίας, να διαφωνούν με εκείνους, που επιθυμούν την τόνωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της ελαστικοποίησης των όρων λειτουργίας του τομέα της απασχόλησης. Κάποιους που βλέπουν πως καθίσταται επιτακτική προτεραιότητα, λόγω της κλιματικής αλλαγής, η με κάθε τρόπο προώθηση της Πράσινης Οικονομίας, να τσακώνονται με τους άλλους, που εκτιμούν ότι σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, πειράματα δεν επιτρέπονται και ότι πρωτεύων στόχος είναι να επιστρέψουμε σε συνθήκες ανάπτυξης, με τον τρόπο που αυτή εξελισσόταν μέχρι πριν ξεσπάσει η κρίση.
Για να προεκτείνουμε τη συζήτηση και στη γενικότερη πολιτική ατζέντα των ημερών, θα περίμενε κανείς να βλέπει τους νεολαίους να αναπτύσσουν κόντρες και διαφορές, για το εάν χρειάζεται φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας ως απάντηση στα σύγχρονα προβλήματά της, ή στροφή σε μία πιο συντηρητική στάση. Εάν χρειάζεται για την τήρηση της δημόσιας τάξης, θέσπιση μέτρων ήπιας επιτήρησης, ή η υιοθέτηση δόγματος μηδενικής ανοχής. Εάν η απάντηση στο μεταναστευτικό πρόβλημα είναι η πολιτογράφηση των παλιών μεταναστών, η σταδιακή ενσωμάτωση των νεοτέρων και η οργανωμένη επαναπροώθηση των παρανόμων στις χώρες προέλευσής τους, ή η υιοθέτηση μίας πιο σκληρής λογικής που αποθαρρύνει πολιτικές επιλογές για μία περαιτέρω, πιο γερή πρόσμιξη του πληθυσμού των γηγενών κατοίκων με τους αλλοδαπούς. Εάν η Παιδεία πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως δημόσιο αγαθό γνώσης και προόδου, ή να προσαρμόζεται και αυτή στους κανόνες που επιβάλλει η αγορά. Εάν πρέπει στα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής να ακολουθούμε λογικές προσαρμοστικής διαπραγμάτευσης, ή να βάζουμε σκληρούς όρους πάνω στο τραπέζι.
Με άλλα λόγια, θα περίμενε κανείς να βλέπει τους νεολαίους να τσακώνονται για το ποιος είναι πιο φιλελεύθερος και ποιος, πιο συντηρητικός. Ποιος είναι πιο κοσμοπολίτης και ποιος, πιο εθνιστής. Ποιος είναι πιο κεντρώος και ποιος, πιο δεξιός. Ποιος είναι πιο ανατρεπτικός και ποιος, πιο συγκαταβατικός. Ποιος είναι πιο ριζοσπαστικός και ποιος, πιο μετριοπαθής.

Τελικά, εκείνο που ισχύει είναι πως εδώ, οι σφαλιάρες δεν πέφτουν για τις ιδεολογίες. Ούτε καν για τις ιδέες. Εάν θέλετε, ούτε καν για την ικανοποίηση της προσωπικής φιλοδοξίας κάθε «μνηστήρα» να γίνει αρχηγός, η οποία, θα ήταν σίγουρα θεμιτή, εάν τα κριτήρια επιλογής στηρίζονταν σε μία ελάχιστη βάση αξιοκρατίας.
Εδώ, βλέπουμε ότι διαδραματίζεται ένα αλαλούμ, ακαταλαβίστικο κατά πάσα πιθανότητα για τον περισσότερο κόσμο, στο οποίο συμμετέχουν κάθε καρυδιάς, καρύδια. Σκληρά καρύδια, πάντως, όπως δείχνουν τα πράγματα.
- Πρώην υπουργοί και μεγαλοστελέχη που επιδιώκουν μέσω μηχανισμών που δημιούργησαν επί των ημερών της δόξας και της ισχύος τους, να αποδείξουν σε όλους και πιο πολύ στην ηγεσία του κόμματος, ότι μπορούν ακόμη και σήμερα να χειραγωγούν εξελίξεις και δεν είναι ξοφλημένοι.
- Τριανταπεντάρηδες «νεολαίοι», οι οποίοι, διαπραγματευόμενοι για την πάρτη τους καμιά θέση μεγαλοστελέχους στο δημόσιο πρωτίστως, ιδιωτικό δευτερευόντως, τομέα, κανένα express διδακτορικό, ή κανένα free-to-go μεταπτυχιακό, μία σίγουρη και εγγυημένη θέση στο ψηφοδέλτιο της περιφέρειας καταγωγής τους, μαζί με υποσχέσεις κεντρικής κομματικής στήριξης για την εκλογή τους, επιβάλουν τάσεις και απόψεις, είτε με τη καταναγκαστική σαγήνη που ασκούσαν κάποτε οι Ιταλοί νονοί στις φτωχογειτονιές του Μπρούκλυν, είτε με εκβιαστικά διλήμματα που θέτουν χωρίς περιστροφές, είτε με σωματαράδες φίλους τους, που επιστρατεύουν εάν τα πράγματα ζορίσουν ακόμη παραπάνω.
- Ομαδάρχες που παίρνουν γραμμή από τους προηγούμενους και την περνούν προς τους κάτω, με την ίδια άνεση που εξασφαλίζουν κράτηση για πρώτο τραπέζι πίστα στα μπουζούκια.
- Ανερχόμενοι αστέρες του φοιτητοπαραγοντισμού, οι οποίοι, αντί να φτιάξουν όνομα δημιουργώντας ρήξεις, το φτιάχνουν διαπραγματευόμενοι συμβιβασμούς.
- Και στο βάθος του κήπου αυτής της Εδέμ, η φοιτητοπιτσιρικαρία των είκοσι χρόνων, που ενδεχομένως δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τα όλα αυτά, αλλά σε κάθε περίπτωση διατηρείται ευτυχής και χορτάτη με πάρτυ, εκδρομές, γνωριμίες παντός τύπου και επιπέδου και φωτοτυπημένες σημειώσεις.

Όλα τα παραπάνω, οι περισσότεροι από εμάς που ασχολούμαστε με την πολιτική τα γνωρίζουμε, αλλά δυστυχώς, λίγοι τα παραδεχόμαστε. Ακόμη λιγότεροι τα αναδεικνύουμε δημόσια, καθώς, πηγαίνοντας προς το διά ταύτα, θα καλούμασταν να προσκομίσουμε ονόματα και αποδείξεις. Εδώ όμως ισχύει η λαϊκή ρήση «χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε θέλει». Ότι βολεύει πολλούς να σπρώχνουν μονίμως τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, δε σημαίνει απαραιτήτως ότι τα σκουπίδια δε μυρίζουν και δε λερώνουν.
Πάντως, η βασική ευθύνη βαρύνει όχι τους «μικρούς» της ΟΝΝΕΔ, αλλά τους «μεγάλους» του κόμματος.
Κατ’ αρχήν, διότι επιτρέπουν να δημιουργούνται τέτοιες καταστάσεις. Εδώ, το επιχείρημα περί αυτονομίας της νεολαίας και αυτορύθμισης των δικών της ζητημάτων, μάλλον ως άλλοθι ανευθυνότητας ή δικαιολογία ενοχής ακούγεται, καθώς είναι γνωστό ότι στα κομματικά πράγματα στην Ελλάδα, συνήθως στις πλάτες των «μικρών», παίζονται τα παιχνίδια των «μεγάλων».
Επιπρόσθετα, διότι σε αναρίθμητες περιπτώσεις, έχουν δώσει εκείνοι πρώτοι το κακό παράδειγμα, προάγοντας προσωπικές επιδιώξεις και συμφέροντα εσωτερικών ομάδων, σε βάρος της εικόνας ενότητας και της συνολικής προοπτικής του κόμματος. Εάν, για παράδειγμα, ανοίξει κανείς τα φύλλα των εφημερίδων του Σαββατοκύριακου και διαβάσει τις δεκάδες συνεντεύξεις που παραχωρούν διάφοροι υπουργοί, υφυπουργοί, κοινοβουλευτικά και κομματικά στελέχη, θα καταλάβει ότι κάποιοι από αυτούς, το λιγότερο για το οποίο νοιάζονται στην παρούσα φάση, είναι η βιωσιμότητα της κυβέρνησης και η δυναμική της ΝΔ στην κοινωνία.
Επιπλέον, διότι δε συνειδητοποιούν καν, ότι ένα οικοδόμημα καταρρέει συνολικά όταν έχουν διαβρωθεί τα θεμέλια και οι κολώνες του, που στην περίπτωση της ΝΔ είναι η ΟΝΝΕΔ και η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ. Εδώ, να παρατηρήσω ότι δε διδασκόμαστε καν, από το πώς λειτούργησε και εξελίχτηκε η καταστροφική αλληλεπίδραση μεταξύ του ΠαΣοΚ την εποχή της προεδρίας του κου. Σημίτη και της νεολαίας του, η οποία, έφτασε έως και να διαλυθεί.

Τελικά, κοιτάζοντας τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη νεολαία, δεν ξέρεις εάν ισχύει περισσότερο το επιεικές και ουδέτερο «με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», ή το πιο δηκτικό και προχωρημένο, «άμα κάτσεις με στραβό, έως το βράδυ αλληθωρίζεις».

15 Ιουλ 2009

Ως εδώ και μη παρέκει


Η ταυτόχρονη εξάρθρωση τριών μεγάλων εγκληματικών κυκλωμάτων από την Αστυνομία, συν το γεγονός της αντικατάστασης του τερματίζοντος μία πολυετή θητεία στην ηγεσία της ΕΥΠ πρέσβη κου. Κοράντη από τον αντιεισαγγελέα Εφετών κο. Παπαγγελόπουλο, σηματοδοτούν ότι κάτι αλλάζει δραματικά στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και μάλιστα, όχι στο επίπεδο πολιτικών εξαγγελιών, ανεφάρμοστων στις πλείστες των περιπτώσεων, αλλά στο επίπεδο της συστηματοποίησης των ερευνών με την ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα σε τομείς και υπηρεσίες του κράτους και τη χρήση νέας τεχνολογίας, καθώς και της εντατικοποίησης της επιχειρησιακής δράσης.
Επιπλέον, η τοποθέτηση ενός δικαστικού στις μυστικές υπηρεσίες, προφανώς σημαίνει ότι λαμβάνεται η σωστή και έγκαιρη μέριμνα για τη διασφάλιση όρων νομικής αρτιότητας και συνταγματικής νομιμότητας, προκειμένου να προχωρήσει ανεμπόδιστα ένα σχέδιο ολικής επίθεσης με σκοπό την εξόντωση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος.

Ώρα για δράση και αποτέλεσμα λοιπόν, διότι η κατάσταση είχε φτάσει πραγματικά στο «ως εδώ και μη παρέκει».
Φυσικά, δεν ενστερνίζομαι σε καμία περίπτωση τους ισχυρισμούς του κου. Χρυσοχοϊδη για «Αθήνα που έγινε Καμπούλ» και αυτό, για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι η Αθήνα έχει τόση σχέση με την Καμπούλ, όσο ο κος. Χρυσοχοϊδης με τον σοβαρό πολιτικό που κάποτε ξέραμε. Δεύτερον, διότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν δυσφημιστικός, εάν όχι συκοφαντικός, για ολόκληρη την Ελλάδα και όλους τους Έλληνες. Τρίτον, διότι ο συγκεκριμένος κύριος, δε δικαιούται να διεκδικεί την αυθεντία του αλάνθαστου, καθώς, τα ίδια τα γεγονότα κατέδειξαν ότι η υποτιθέμενη εξάρθρωση της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» επί της δικής του υπουργικής θητείας, πιο πολύ με ταχυδακτυλουργικό τρυκ κατέληξε να μοιάζει, παρά με πολιτικό θαύμα.
Από την άλλη μεριά, ωστόσο, δε μπορώ να κρύψω την άποψή μου ότι τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση έτεινε να εξελιχθεί και πάλι σε ανεξέλεγκτη.
Τρομοκράτες νέας γενιάς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι η συνέχεια μίας εγχώριας οργανωτικής μήτρας η οποία ουδέποτε εξουδετερώθηκε, άφησαν στην άκρη τις αλλοτινές υποκριτικές τους παραπομπές σε νεφελώδεις και συγκεχυμένες ιδεολογικές αναλύσεις και εκτελώντας εν ψυχρώ νεαρούς άντρες και οικογενειάρχες που υπηρετούσαν στην Αστυνομία, έδειξαν ότι μοναδική πρόθεσή τους είναι η καλλιέργεια κλίματος έντονης κοινωνικής ανασφάλειας και απόλυτου κοινωνικού χάους. Μαφιόζοι και ληστές, γηγενείς και εισαγόμενοι, είχαν φτάσει να μετατρέψουν Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και πόλεις της περιφέρειας σχεδόν σε κομιτάτα τους, επιστρέφοντας, έτσι, στην κατάσταση που επικρατούσε στην προ Ολυμπιακών Αγώνων περίοδο. Ομάδες κρούσης από το κοινωνικοπολιτικό περιθώριο της φωλιάς των Εξαρχείων, διοργάνωναν μαζικές εφόδους πρόκλησης πανικού και καταστροφής στην καρδιά της πρωτεύουσας, με χαρακτηριστικότερη όλων των περιπτώσεων, τα πρωτοφανή επεισόδια του περασμένου Δεκεμβρίου, με αφορμή το φόνο του μαθητή.

Δεν είναι τυχαίο ότι αναφέρω αυτά τα τρία μαζί, διότι, άποψη δική μου (και από όσο γνωρίζω και πολλών άλλων που επιχειρούν ανάλογες αναλύσεις) είναι ότι όχι απλώς συγκοινωνούν και επικοινωνούν μέσω κοινών κέντρων και συντελεστών, αλλά λειτουργούν κατά τρόπο συντονισμένο και συμπληρωματικό. Αυτό, δεν ήταν ανάγκη να περιμένουμε το Βλαστό να το πιστοποιήσει, μιλώντας για μεταφορά βόμβας, παρόμοιας με εκείνης που είχε τοποθετηθεί στο Alter, από συνεργό του. Αρκεί να θυμηθούμε μία σειρά από άλλα πρόσφατα γεγονότα.
- Το χτύπημα κακοποιών του ποινικού εγκλήματος, όπως εικάζεται, στους δύο άνδρες της Ομάδας Δέλτα στην Κυψέλη (ένας εκ των οποίων υπέκυψε στα τραύματά του), ήταν περίπου, ή ακριβώς το ίδιο, με τη δολοφονία του υπαρχιφύλακα της Αντιτρομοκρατικής από τη Σέχτα Επαναστατών στα Πατήσια.
- Ευρισκόμενος ακόμη στη φυλακή, λίγο προτού αποδράσει για δεύτερη φορά, ο Βασίλης Παλαιοκώστας συζητούσε με άτομα του αντεξουσιαστικού χώρου για τις δυνατότητες προμήθειας εξοπλισμού και εξασφάλισης επιχειρησιακής στήριξης για μελλοντικές του ενέργειες.
- Μέσα από τη φυλακή και πάλι, ο Βασίλης Παλαιοκώστας εξασφάλισε τη συνεργασία των Πολύκαρπου Γεωργιάδη και Ευάγγελου Χρυσοχοϊδη, γνωστών ανθρώπων του ανεξουσιαστικού χώρου και οι δυο, για την απαγωγή του βιομήχανου κου. Μυλωνά.
- Στην επίθεση με αντιαρματικό βλήμα κατά της αμερικανικής πρεσβείας στην αρχή του 2007, αποδείχτηκε ότι το όπλο εκτόξευσης προερχόταν από την Αλβανία και μεταφέρθηκε μέσα από τα ίδια ακριβώς μονοπάτια, που προμηθεύονται παράνομα οπλισμό οι μαφιόζοι. Αυτό το στοιχείο, πρέπει να ισχύει πλέον κατά κόρον, δεδομένου ότι οι τρομοκράτες έχουν σταματήσει τις λεγόμενες «απαλλοτριώσεις» οπλισμού όπως εκείνες στο στρατόπεδο Συκούριου και στο Α.Τ. Βύρωνα παλαιότερα.
- Σε δύο περιπτώσεις ληστειών σε καταστήματα τραπεζών, η πρώτη το 2006 και η δεύτερη το 2007, συνελήφθησαν ως πρωταγωνιστές, ο Γιάννης Δημητράκης και ο Γιώργος Βούτσης αντίστοιχα. Και οι δυο τους ήταν γνωστά στελέχη του αντεξουσιαστικού χώρου. Στη γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησαν μάλιστα, θέλησαν να προσδώσουν στην κακοποιό τους δράση, χαρακτηριστικά ένοπλης αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής βίας.
- Κάνοντας μία αναδρομή σε ένα παρελθόν παλιό, αλλά όχι χαμένο στη μνήμη μας, θα βρούμε πολλά άλλα ονόματα ανθρώπων που σύμφωνα με αποδείξεις, ή στοιχεία που στάθηκαν στο δικαστήριο, είτε ως αρκούντως ενοχοποιητικά, είτε ως οριακώς απαλλακτικά, εμφανίζονταν να μετέχουν ενεργά, ή να διατηρούν επαφές, ταυτόχρονα με τρομοκρατικές ομάδες, με πυρήνες αντεξουσιαστών και με συμμορίες διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Η λίστα είναι μεγάλη: Χρήστος Τσουτσουβής, Μιχάλης Πρέκας, Χριστόφορος Μαρίνος, Κλέαρχος Σμυρναίος, Χρήστος Μπαλάφας, Αβραάμ Λεσπέρογλου, Κυριάκος Μαζοκόπος. Επαμεινώνδας Σκυφτούλης, Γιάννης Σερίφης κ.α. Κάποιοι βρέθηκαν ένοχοι για αδικήματα, άλλοι όχι. Σε μία εποχή όμως, που οι δικαστικοί ζούσαν με το φόβο της εν ψυχρώ εκτέλεσής τους, έξω από το κατώφλι της οικίας τους και μερίδα του λεγόμενου «προοδευτικού» Τύπου εκβίαζε προκειμένου κάθε στοιχείο του κατηγορητηρίου να είναι όχι απλά πειστικό, αλλά να υπερβαίνει και την έννοια του κραυγαλέου. Κάποιοι σκοτώθηκαν σε συμπλοκές, άλλοι είναι κλεισμένοι σε φυλακές, άλλοι ζουν ελεύθεροι. Κάποιοι ξεχάστηκαν, άλλοι εξακολουθούν να αποτελούν εμβληματικές φιγούρες εκείνων των εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών ομάδων που θολώνουν τα νερά στο θέμα της τρομοκρατίας, διαφυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού το άβατο των Εξαρχείων και ελεεινολογούν σε βάρος του δημοκρατικού μας συστήματος. Πάντως, οι περιπτώσεις των καταδικασθέντων από τις οργανώσεις «17 Νοέμβρη» και Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας, είναι όχι απλά ενδεικτικές, αλλά διαφωτιστικές του πόσο στενά συνδέονται οι ομάδες αντεξουσιαστικής πάλης, το κοινό έγκλημα και η τρομοκρατία.

Γεγονός είναι, ότι όλα αυτά πρέπει να τελειώσουν τώρα, χωρίς καμιά καθυστέρηση και χωρίς κανένα δισταγμό.
Η κυβέρνηση οφείλει, προσμετρώντας όχι τόσο τα ποιοτικά αίτια της εις βάρος της μεταστροφής της τάσης προτίμησης του εκλογικού σώματος, αλλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας για τάξη, ασφάλεια και ηρεμία, να πάρει ολοκληρωτικά πάνω της το βάρος των πολιτικών αποφάσεων και ευθυνών, προκειμένου να διευκολύνει τις αρμόδιες υπηρεσίες να ξεκαθαρίσουν μια και καλή την κατάσταση. Είναι βέβαιο, ότι ουδείς σύγχρονος και δημοκρατικός πολίτης, ουδείς έντιμος και νομοταγής άνθρωπος, έχει να φοβηθεί το παραμικρό από τη χρήση συστημάτων παρακολούθησης δημοσίων χώρων, την ταυτοποίηση στοιχείων δράστη ποινικών αδικημάτων μέσω εξέτασης δείγματος DNA, τον επιβαρυντικό χαρακτήρα της χρήσης κουκούλας πάνω στην τέλεση παρανομιών, την προσωποποίηση της χρήσης καρτοκινητών τηλεφώνων, τη νόμιμη συνακρόαση τηλεφωνικών επικοινωνιών εκεί που υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις και επικυρωτική απόφαση εισαγγελέως για την αναγκαιότητά της κ.ο.κ.
Από την άλλη πλευρά, οι αιτιάσεις περί «μεγάλου αδελφού» αφορούν σε εκείνους, οι οποίοι αναζητούν φαντάσματα μέσα σε μία σύγχρονη Δημοκρατία σαν τη δική μας, κατασκευάζουν ινδάλματα μέσα από πολιτικούς χώρους που ζουν για την άρνηση και δρουν για το χάος, και τέλος, ενσυνείδητα υπονομεύουν κάθε σχέδιο που κινείται προς την κατεύθυνση της πραγματικής διασφάλισης της δημοκρατικής ομαλότητας, της συνταγματικής νομιμότητας, της πολιτικής σταθερότητας και της κοινωνικής ασφάλειας και γαλήνης. Καιρός όμως είναι, να αποτραβηχτεί στην μειοψηφική της γωνία, αυτή η μονίμως μαινόμενη σε ότι αφορά τη συμπεριφορά της και αυθαιρέτως επιβαλλόμενη σε ότι αφορά την ισχύ των θέσεών της μες στο δημοκρατικό μας σύστημα, ομάδα.

Το ως εδώ, το νιώσαμε.
Το μη παρέκει, το καταλάβαμε.
Το από ‘δω και ‘μπρος, θα το αποτολμήσουμε;

Θα δούμε...
Πάντως, Πολιτεία και Πολιτισμός, Ελευθερία και Φιλελευθερισμός δε μπορούν να συνυπάρξουν με τα Εγκληματικά Συνδικάτα και τις Σέχτες Επαναστατών. Αυτό, είναι αδιαμφισβήτητο.

13 Ιουλ 2009

Ο δικός μας «Σουν Τσου»


Πρώτα τα καλά νέα.
Μία Αστυνομία που παρουσιαζόταν ως άχρηστη από την πλευρά της αντιπολίτευσης και τους προσκείμενούς της μηχανισμούς ενημέρωσης και επικοινωνίας, εξάρθρωσε μία πολυπλόκαμη συμμορία μαφιόζων.
Στη συμμορία, βρέθηκαν να εμπλέκονται επιχειρηματίες και επίορκοι κρατικοί υπάλληλοι, αλλά τα πάντα βγήκαν στη φόρα, χωρίς συγκάλυψη. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στη δεύτερη μεγάλη επιτυχία της Αστυνομίας με την εξάρθρωση δύο άλλων συμμοριών, που διακινούσαν ναρκωτικά η μια και γυναίκες που ωθούνταν καταναγκαστικά στην πορνεία η άλλη.
Η Αστυνομία έδρασε μαζί με την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, χρησιμοποιώντας σύγχρονη τεχνολογία και τα αποτελέσματα ήταν επιτυχή, ενώ σε άλλα προηγμένα κράτη, οι υπεύθυνοι εσωτερικής ασφάλειας, όχι μόνο δε συνεργάζονται με τις μυστικές υπηρεσίες, αλλά λειτουργούν ανταγωνιστικά.

Επειδή ζούμε στη χώρα όπου ότι φαντάζει λαμπερό, πρέπει την ίδια κιόλας στιγμή να το μουντζουρώνουμε, τα καλά νέα σταματούν εδώ. Και από εκεί και κάτω, ακολουθεί η παράνοια.
Οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες των συμμοριτών διαπερνούν τους τοίχους των ανακριτικών γραφείων και διαχέονται στην κοινή γνώμη.
Σοβαρές εφημερίδες, παραθέτουν πολυσέλιδα αφιερώματα στην παραληρηματική, κωδικοποιημένη αργκώ που συνεννοούνταν οι μαφιόζοι.
Τηλεοπτικοί σταθμοί, που εκπέμπουν τσάμπα σε δημόσιες συχνότητες, με ευθύνη τους τη σωστή και υπεύθυνη, υποτίθεται, ενημέρωσή μας, στέλνουν μες στις μονταζιέρες ομάδες δημοσιογράφων και στήνουν γελοία σκετς με διάλογους κακοποιών.
Ακαταλαβίστικοι διάλογοι και ξεκάρφωτες αναφορές του Βλαστού και των φίλων του, συνδέονται και αποσυνδέονται, κόβονται και ράβονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προκύπτουν συγκεκαλυμμένες υπόνοιες ή ευθείς υπαινιγμοί για έμμεσες σχέσεις τους, μέσω παρένθετων συντελεστών, με πολιτικά πρόσωπα.
Πλάγιοι ισχυρισμοί ανθρώπων του βαθέως βορβόρου της κοινωνίας, χρησιμοποιούνται ως υλικό για την εξύφανση παραστάσεων στις οποίες εμφανίζονται φιγούρες πολιτικών, οι οποίοι, ουδέποτε έχουν παρουσιάσει την παραμικρή ένδειξη ανομίας ή το ελάχιστο δείγμα ανυποληψίας,
Δημοσιογράφοι αναζητούν, πίσω από τους τοίχους των φυλακών, δολοφόνους και αποβράσματα, για να εκθέσουν τις δικές τους μαρτυρίες και επιχειρήματα πάνω στα όσα κυκλοφορούν στη δημοσιότητα, αλλά παραδόξως, αμελούν να αποδώσουν με την ίδια πιστότητα και πληρότητα τις εξηγήσεις ανθρώπων που έχουν λάβει την ψήφο της προτίμησης και της εκτίμησης χιλιάδων συμπολιτών μας. Ταυτόχρονα, βαφτίζουν ζήτημα χρίζοντος δημοσιογραφικού ελέγχου, ακόμη και το απίθανο γεγονός, κάποιος πολιτικός, ως πιτσιρικάς, να έπαιζε αμπάριζα και πεντόβολα με γειτονόπουλο που μετέπειτα εξελίχτηκε σε Αλ Καπόνε.
Πολιτικοί εκπρόσωποι, λησμονώντας προφανώς τις αλήστου μνήμης εποχές όπου το σωφρονιστικό σύστημα ήταν στα χέρια του κου. Αραβαντινού, αστυνομικοί γίνονταν σφάγια του Πάσσαρη, κάθε οικογένεια βρισκόταν στο έλεος του Σορίν Ματέι ή του Φλαμούρ Πίσλι, αντί να λάβουν εξαρχής απόλυτες αποστάσεις από ισχυρισμούς ανθρώπων που δεν είναι δυνατό να τους αναγνωριστεί όχι μόνο το τεκμήριο της αξιοπιστίας, αλλά ούτε καν το στοιχείο της αξιοπρέπειας, αντιθέτως, σπεύδουν να επιδοθούν σε λεκτικές, φραστικές, εννοιολογικές, σημασιολογικές ακροβασίες, οι οποίες, επί της ουσίας παραπέμπουν σε κάθε πιθανό, ή απίθανο στις περισσότερες περιπτώσεις, ενδεχόμενο.

Μπροστά στην απρόσμενη αλλά ευχάριστη εξέλιξη από τις επιτυχημένες επιχειρήσεις εξάρθρωσης εγκληματικών κυκλωμάτων, θα ευχόταν κανείς οι πολιτικές δυνάμεις να συνεννοηθούν και να ενωθούν πάνω σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα για τον πολίτη και την κοινωνία όπως είναι η τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, να δημιουργήσουν ένα συμπαγές μέτωπο στήριξης των επόμενων προσπαθειών της Αστυνομίας και την ίδια στιγμή, τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι να υιοθετήσουν μία στάση ανάλογης ευθύνης και σοβαρότητας.
Προς το παρόν, με τα γινάτια και τα καμώματά τους, κάνουν όλους εμάς να μην ξέρουμε που να ακουμπήσουμε τη θλίψη και την οργή μας, ενώ κατά πάσα πιθανότητα την ίδια ώρα, δε θα έχει μείνει ανάσα από τα γέλια στο «δικανάκια», στο «γιγαντάκια», στο «Βρωμού», στη «τζιτζίκα» και στο δικό μας «Σουν Τσου», που τον έλεγαν Τρομπούκη!

9 Ιουλ 2009

Περιηγητής;



Στο άρθρο του για την «αυτονομία της πολιτικής» στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 5ης Ιουνίου, ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίζεται να δοκιμάζει τα μέγιστα όρια εκδήλωσης της υποκριτικής του δεινότητας και τα ελάχιστα όρια της ανοχής του νου και της μνήμης κάθε αναγνώστη και κάθε πολίτη.
Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ, τοποθετείται πάνω στο μείζον θέμα της επικράτησης όρων διαφάνειας στη δημόσια ζωή και κανόνων διασφάλισης της ανεξάρτητης λειτουργίας του δημοκρατικού μας συστήματος, ωσάν να είναι ένας διεθνής περιηγητής, που μία εποχή, τον οδήγησαν τα βήματά του και στη δική μας χώρα, είδε κάποια πράγματα που του φάνηκαν στραβά και τώρα, τα σχολιάζει με κάθε άνεση και πάσα ελευθεριότητα.
Ο κος. Παπανδρέου, κάνει λόγο για «πελατειακή λογική του μικροκομματικού συμφέροντος σε αντιδιαστολή με την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος», για «πολιτεία που υπηρετεί αλλότρια συμφέροντα», για «αιχμαλωσία των δημοκρατικών θεσμών», για «τη σύγχρονη ρίζα της συμφοράς» που είναι, κατ’ αυτόν, «η εξάρτηση από κάθε είδους ανεξέλεγκτα συμφέροντα – επιχειρηματικά, μιντιακά και άλλα». Κάνει επίσης αναφορά σε σκάνδαλα, μιλώντας ακόμη και για «εγκλήματα του τραπεζικού και χρηματιστηριακού συστήματος».

Επειδήσε αυτό τον τόπο ουδείς έχει το δικαίωμα να παριστάνει ότι δεν έχει ούτε παρελθόν, ούτε ταυτότητα, θα ήθελα να θυμίσω ότι ήταν το ΠαΣοΚ εκείνο που είχε υποπέσει στο βαρύ ατόπημα να καλλιεργήσει στην ελληνική κοινωνία λογικές κομματικής-πελατειακής ομαδοποίησης κα περιχαράκωσης, συγκροτώντας τη δεκαετία του ’80 τις γνωστές κλαδικές και καθιερώνοντας τα πράσινα καφενεία. Επιπλέον, τα «αλλότρια συμφέροντα» που «αιχμαλώτισαν τους θεσμούς» και «επέβαλαν σχέσεις εξάρτησης στην πολιτεία», μεγαλούργησαν και πάλι επί ΠαΣοΚ, τη δεύτερη μεγάλη φάση της εικοσαετούς διακυβέρνησής του. Όσο για τα τραπεζικά και χρηματιστηριακά σκάνδαλα που επικαλείται ο κος. Παπανδρέου, να θυμηθούμε όλοι μαζί, ότι το κορυφαίο, ήταν εκείνο της κατάρρευσης της ψευδούς και κατασκευασμένης εικόνας ισχύος και ευμάρειας της Σοφοκλέους, που πρακτικά οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμικά μετακύλιση πλούτου από τους αποταμιευτικούς λογαριασμούς των περισσοτέρων συμπολιτών μας, αρχικά στις μετοχές-φούσκες και αμέσως στη συνέχεια, στις αδηφάγες τσέπες των ολίγων επιτηδείων.

Προφανώς, ο κος. Παπανδρέου έχει συμφέρον να μηδενίζει συνεχώς το κοντέρ και να παριστάνει πως ο πολιτικός χρόνος άρχισε να μετρά για τον ίδιο και το κόμμα του, αρχικά με την εκλογή του στην ηγεσία το Φεβρουάριο του 2004 και στη συνέχεια, με την επανεκλογή του το Νοέμβριο του 2007.
Εις μάτην όμως.
Ο κος. Παπανδρέου διαχειριζόταν κρίσιμα κρατικά και κυβερνητικά πόστα, τόσο στη δεκαετία του ’80 και πολύ περισσότερο στην περίοδο 1993-2004. Στην πρώτη φάση, είχε διατελέσει υφυπουργός Πολιτισμού, και υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ενώ στη δεύτερη φάση, υφυπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και τέλος, υπουργός Εξωτερικών.
Επί δύο δεκαετίες, κατείχε περίοπτη θέση στα κυβερνητικά πράγματα, ήταν κομματικό στέλεχος πρώτης γραμμής και ταυτόχρονα, προσωπικός φορέας μίας βαριάς πολιτικής παρακαταθήκης και ενός ιστορικού ονόματος. Δηλαδή, όχι μόνο είχε σημαίνοντα ρόλο στις κεντρικές κυβερνητικές επιλογές που είχαν ακολουθηθεί τότε, αλλά και αυξημένη ευθύνη και κατοχυρωμένο δικαίωμα παρεμβατικότητας, εάν διαπίστωνε ότι κάτι ήταν παράνομο, ανήθικο, αντιδημοκρατικό.
Παρ’ όλα αυτά, ο κος. Παπανδρέου έβλεπε επί χρόνια τις χαριστικές συμβάσεις και τις σχέσεις διαπλοκής ιδιωτών και κράτους, την πελατειακή διαχείριση της δημόσιας διοίκησης και τις λίστες προαγωγών ή προγραφών με βάση έναν άκρατο πράσινο κομματισμό, να περνούν μπροστά από τα μάτια του και κείνος, ούτε παρενέβαινε αποτρεπτικά, ούτε αποστασιοποιούταν πολιτικά. Καμιά αντίρρηση και καμιά αντίδραση.

Είτε δεν καταλάβαινε τα όσα γίνονταν, οπότε ελέγχεται ως ακατάλληλος για να διεκδικεί σήμερα τη πρωθυπουργία, είτε σιωπούσε, οπότε ελέγχεται ως ένοχος για να παριστάνει σήμερα τον κατήγορο και τον τιμητή. Εκτός και εάν ισχύουν και το πρώτο και το δεύτερο μαζί.

Αλλά και ως επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης ακόμη, ο κος. Παπανδρέου, έκανε την πολιτική επιλογή να μείνει δέσμιος των κομματικών και ποικίλων άλλων δεσμεύσεων και εξαρτήσεών του, από το να δεχτεί να συνεργαστεί με την κυβέρνηση σε βασικά και ουσιώδη ζητήματα επιβολής όρων διαφάνειας και νομιμότητας στη λειτουργία του κράτους, στις σχέσεις κράτους-ιδιωτών και στη δημόσια ζωή εν γένει.

Η επίμονη άρνησή του και η απροσχημάτιστη αντίθεσή του σε υποθέσεις όπως εκείνες του βασικού μετόχου, της συζήτησης για συναίνεση στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, της εφαρμογής του νόμου πλαισίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, της σύστασης διακομματικής επιτροπής της Βουλής, κατόπιν προσωπικής εισήγησης του πρωθυπουργού, για τα οικονομικά των κομμάτων, αποτελούν αδιάψευστες αποδείξεις, ότι ο κος. Παπανδρέου δεν πολιτεύεται με βάση το δημόσιο συμφέρον, αλλά με κίνητρο, αφενός τη δίψα του ιδίου και των συνεργατών του για επιστροφή στην εξουσία μέσω της στρατηγικής πρόκλησης αναστάτωσης στην πολιτική ζωή και υπονόμευσης κάθε προσπάθειας για δημόσιο διάλογο και κοινή συνεργασία και αφετέρου, το φόβο του και την ανεπάρκειά του να προχωρήσει σε ρήξεις και αλλαγές σε σχέση με το ΠαΣοΚ των νέων προσώπων, αλλά των παλιών συνηθειών.
Σε επίρρωση όλων των προηγουμένων, έρχεται το λίαν αντιπροσωπευτικό γεγονός ότι ο κος. Παπανδρέου αρνείται πεισματικά να ξεκαθαρίσει μια και έξω το τοπίο αναφορικά με τα ταμεία του ΠαΣοΚ και τις αποκαλύψεις του κου. Τσουκάτου, ενώ, την ίδια στιγμή, αρθρογραφεί για τη διαφάνεια και αποδίδει ψόγο στην κυβέρνηση.
Δε δικαιούται και ούτε είναι αποδεκτό, να τοποθετείται πολιτικά κατ’ αυτόν τον τρόπο ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ.

Έχει υποχρέωση, αν όχι απέναντι στον εαυτό του, τουλάχιστον απέναντι στον πολίτη και στην κοινή γνώμη, να είναι περισσότερο σοβαρός και λιγότερο προκλητικός.

Ο κος. Παπανδρέου πρέπει να επιλέξει. Θα γίνει επιτέλους ένας υπεύθυνος παράγων του πολιτειακού μας οικοδομήματος και του πολιτικού μας βίου, ή θα εξακολουθήσει να συμπεριφέρεται όντως ως περιηγητής;

8 Ιουλ 2009

"Πατριωτικός παρεμβατισμός"

Είναι κρίμα που το Συνέδριο του ΛάΟΣ διήρκησε μόνο μισή μέρα και δεν είχε πλήρη τηλεοπτική κάλυψη από το γνωστό Τηλεάστυ. Χάσαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε σκηνές ανάλογες παλαιότερων συνεδρίων, με μπριόζες κυρίες και ρωμαλέους κυρίους που προέρχονται από κάποιο μακρινό χθες, να επαίρονται για τα ιστορικά ανδραγαθήματα βασιλιάδων και δικτατόρων, χιτών και ταγματασφαλιτών.
Είχαμε, ωστόσο, την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μία ομιλία σταθμό, από τον πρόεδρο του κόμματος κο. Καρατζαφέρη. Η οποία, κατ’ αρχήν, περιείχε τη συνταρακτική μαρτυρία μίας μοναδικής ιστορικής σύμπτωσης. Ο κος. Καρατζαφέρης, διατράνωσε το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Όχι, διότι ανακάλυψε την ανεκμετάλλευτη δυναμική του Οικουμενικού Ελληνισμού. Άλλωστε, χρειάζεται γνώση και άποψη για αυτό. Αλλά διότι, σύμφωνα με τα λεγόμενά του τουλάχιστον, γεννήθηκε την ίδια μέρα και ώρα, 22 Αυγούστου στις τέσσερις μετά μεσημβρίας, με τον Εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο. Πρόσθεσε μάλιστα, πως και οι δυο τους είναι «λιοντάρι» στο ζώδιο! Το περίεργο είναι, πως ανατρέχοντας σε πηγές του internet (π.χ. wikipedia), ανακαλύπτουμε ότι ο κος. Καρατζαφέρης φέρεται να είναι δηλωμένος ως γεννηθείς στις 11 Αυγούστου 1947 στην Αθήνα, ενώ ο αείμνηστος Βενιζέλος, στις 23 Αυγούστου 1864 στις Μουρνιές Χανίων.
Είτε έχει γίνει λάθος στη ληξιαρχική πράξη του ενός ή του άλλου, είτε έχει γίνει λάθος στην ανάρτηση των σχετικών αναφορών στο internet, είναι σίγουρο πως αυτή η αναντιστοιχία πρέπει να διορθωθεί πάραυτα. Δεδομένου ότι ο Βενιζέλος έχει αποδημήσει εις Κύριο εδώ και εβδομήντα τρία χρόνια, ενδεχομένως θα έπρεπε να μεριμνήσει ο ίδιος ο κος. Καρατζαφέρης για να επαναφέρει τα στοιχεία στην ορθή τους διατύπωση.
Για τη διαφορά στο ζώδιο, καθόσον ο αείμνηστος Βενιζέλος προκύπτει «παρθένος» και όχι «λιοντάρι», ο κος. Καρατζαφέρης μάλλον υποχρεούται να προσφύγει στη βοήθεια της κας. Βιργινίας Λεούση, εάν δεν ανήκει ήδη στο ποικιλόμορφο και ετερόκλητο κοινό των οπαδών του.
Παραδόξως δε, αυτή η συνταρακτική μαρτυρία, δεν πέρασε στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο της ομιλίας που δημοσιοποιήθηκε επισήμως μέσω του γραφείου τύπου και της ιστοσελίδας του ΛάΟΣ.

Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχει εάν είναι ακριβές ή όχι, ότι ο κος. Καρατζαφέρης αποτελεί τη μεταφυσική συνέχεια του Ελευθέριου Βενιζέλου. Εξάλλου, ενώπιον ενός κομματικού ακροατηρίου αποτελούμενου από ανθρώπους που αναμιγνύουν το δωδεκαθεϊσμό και την αρχαιολατρία με τον χριστιανορθόδοξο φονταμενταλισμό και τις διακηρύξεις περί ρωμιοσύνης, γραφικούς τηλεβιβλιοπώλες και θεωρητικούς διανοητές της ουφολογίας, μορτάκια της φτηνής ατάκας και σύστριγγλους καβγατζήδες των τηλεπαραθύρων, φυγόστρατους που δηλώνουν πατριώτες και χουντοβασιλικά ραμολιμέντα, ταλαίπωρους που ψάχνουν για μία πρέζα λαϊκισμού και τόνωσης του εθνοκεντρικού εγώ τους, μαζί με διάφορους σαλτιμπάγκους των ψηφοδελτίων που το ‘παιζαν και το παίζουν δίπορτο με τη Νέα Δημοκρατία, θα μπορούσε να δηλώσει από μετεμψύχωση του Σπαρτιάτη Λεωνίδα και του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, έως ενσάρκωση του Γιώργου Θαλάσση από το «Παιδί Φάντασμα» και του συνταγματάρχη Βαρτάνη από τον «Άγνωστο Πόλεμο» και να γίνει εξίσου πιστευτός. Σημασία έχει, πέρα απ’ όλα τα ευτράπελα και ξεκαρδιστικά που ανέφερα παραπάνω, ότι ο κος. Καρατζαφέρης επεισήλθε σε σαφείς αναφορές για το ποιες πρόκειται να είναι οι συντεταγμένες του κόμματός του, στο χάρτη του πολιτικού μας συστήματος, στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Κατ’ αρχήν, εξέπεμψε την ιδέα του «πατριωτικού παρεμβατισμού».
Δεδομένου ότι διεκδικεί τον πατριωτισμό ως μονοπώλιο του ιδίου και των παλικαριών που τον περιστοιχίζουν, φαντάζομαι ότι από εδώ και εμπρός, θα καραδοκούν όλοι μαζί και θα παρεμβαίνουν γρήγορα και δυναμικά, όπως η νεοσυσταθείσα Δύναμη Δέλτα της Ελληνικής Αστυνομίας, όταν όλοι εμείς οι υπόλοιποι, θέτουμε στους κινδύνους της πολιτικής και κοινωνικής ζύμωσης και εξέλιξης, όλα όσα προτάσσουν ως αδιαπραγμάτευτες, δικές τους αρχές και αξίες οι άνθρωποι του ΛάΟΣ. Προφανώς, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την αναγγελία δράσης του «πατριωτικού παρεμβατισμού», μοναδική ελπίδα που μας απομένει είναι αυτός ο «παρεμβατισμός» να πραγματώνεται με μύδρους και αφορισμούς από τον άμβωνα του Τηλεάστεως και όχι με τίποτα λοστούς από τα «παιδιά της Χρυσής Αυγής» -κατά παλαιότερη τοποθέτηση Καρατζαφέρη. Όπως αντιλαμβάνεστε, προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τη θεωρία του «πατριωτικού παρεμβατισμού» με αυτό τον υπεραπλουστευτικό, ενδεχομένως, τρόπο, διότι, εάν έμπαινε κανείς στη διαδικασία να αναλύσει με ιδεολογικούς όρους, τι σημαίνουν οι φράσεις α.- «ο πατριωτικός παρεμβατισμός δίνει το δικαίωμα της απόλυτης επιτροπείας, της απόλυτης δυναμικής, του απόλυτου ελέγχου επί κάθε στραβού που συμβαίνει από την εκτελεστική εξουσία … παραδίδει όλους τους ελεγχόμενους για διαφθορά, για σήψη, για αυταρχισμό εις το έργο, την πράξη και την ενέργεια του Έλληνα πατριώτη», β.- «όταν αγαπάς την πατρίδα εφαρμόζεις κάθε δυνατό μέσο, για να μπορέσει να πραγματώσει η πατρίδα τα εθνικά της οράματα», γ.- «πατριωτικός πατριωτισμός σημαίνει ότι φεύγει το κεφάλαιο και έρχεται ο λαός» κ.α., τότε δε θα είχε διαφορετική επιλογή από το να καταλήξει σε θεωρητικές συγκρίσεις με τα εθνικιστικά, σοβινιστικά, λαϊκιστικά, αντικαπιταλιστικά προστάγματα των θεωρητικών του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία του μεσοπολέμου. Αλλά και αυτό ακόμη, θα ήταν πιθανότατα υπερβολικό, καθώς είναι αμφίβολο, εάν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι του ΛάΟΣ, ημιμαθείς και απαίδευτοι πολιτικά στην πλειοψηφία τους, έχουν γνώση και επίγνωση της ιδεολογικής παράδοσης της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, τάση την οποία εκπροσωπούν στη χώρα μας. Ενδεχομένως, η έμπνευσή τους, προέρχεται από κάτι πιο ευπλησίαστο χρονολογικά και ιστορικά: το «επαναστατικό» διάγγελμα του Παπαδόπουλου προς τον ελληνικό λαό. Αν μελετήσει κανείς το σχετικό οπτικοακουστικό ντοκουμέντο θα διαπιστώσει πως και εκείνος, ένα είδος πατριωτικού παρεμβατισμού ισχυριζόταν πως άσκησε, βασιζόμενος μάλιστα σε περιγραφές και επιχειρήματα, πανομοιότυπα με εκείνα που χρησιμοποιεί σήμερα, ο κος. Καρατζαφέρης.

Επιπρόσθετα, απότο βήματου συνεδρίου του, ο κος. Καρατζαφέρης απείλησε ευθέως όλους εμάς τους Έλληνες δημοκράτες, πως στις προσεχείς εκλογές ευελπιστεί και προσβλέπει να γίνει τρίτο κόμμα σε κοινοβουλευτική δύναμη και μάλιστα, να ανέλθει στο βάθρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στην περίπτωση που ΝΔ και ΠαΣοΚ, ή ΠαΣοΚ και ΝΔ, επιλέξουν να συγκυβερνήσουν στο πρότυπο της μεγάλης συμμαχίας που συναντούμε στη Γερμανία. Πάντως, επέδειξε ότι αυτός του ο ισχυρισμός είναι μία ρητορική πομφόλυγα, δεδομένου ότι υποψίασε ακόμη και τους λιγότερο υποψιασμένους, ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από Δούρειος Ίππος του ΠαΣοΚ μες στο πολιτικό μας σύστημα. Κατά ποια έννοια; Είναι απλό. Στην ομιλία του, εξάντλησε όλο το επιθετικό του μένος σε βάρος της ΝΔ και του Κώστα Καραμανλή προσωπικά, λοιδόρησε και πάλι το ΚΚΕ, το μοναδικό κόμμα που υιοθετεί μία συνεπή και έντιμη στάση αντιμετώπισης της κυβέρνησης (έστω και εάν αυτή η αντιμετώπιση, κάθε άλλο παρά θετική είναι), προσπέρασε ΣΥΝ και ΣΥΡΙΖΑ στα γρήγορα, σα να μην υπήρχαν καν ως οντότητες μες στο πολιτικό μας σύστημα και κράτησε μοναχά δυο-τρεις ακίνδυνες και ανώδυνες αοριστολογίες για ΠαΣοΚ και Γ. Παπανδρέου.

Ξεκινώντας από τα τελευταία, θα σας διαβεβαιώσω ότι πιστεύω πως ο ρόλος του κου. Καρατζαφέρη και του ΛάΟΣ ως Δούρειου Ίππου του ΠαΣοΚ (και όχι μόνο) θα διαφανεί, μέσα από τις τρέχουσες και τις προσεχείς πολιτικές εξελίξεις.

Πηγαίνοντας στα πρώτα, δε θα διστάσω να μοιραστώ μαζί σας την σκέψη μου, πως αργά ή γρήγορα, όταν η κατευθυνόμενη μηντιακή αβάντα σταματήσει να προσφέρεται αφειδώς στον κο. Καρατζαφέρη και το κόμμα του, τότε θα αρχίσουν όλοι μαζί να παραληρούν ότι είναι μετεμψυχώσεις του Ιουλίου Καίσαρα και του Ναπολέοντος Βοναπάρτη και ενσαρκώσεις του Batman και του Indiana Jones. Θα έχουμε το ατυχές παράδειγμα της ταλαίπωρης Έφης Θώδη, σε πολιτική έκδοση. Η υπερέκθεση στα media στην αρχή και η στέρηση αμέσως μετά, θα διαμορφώσουν τις όποιες κυοφορούμενες εμμονές, σε ψυχώσεις και η εικόνα θα είναι ανάλογη της γκραβούρας “Asylum of Insane” του διάσημου Άγγλου χαράκτη, ζωγράφου, και σκιτσογράφου του 18ου αιώνα William Hogarth, που συνοδεύει την ανάρτησή μου.

Καταλήγοντας στα ενδιάμεσα και στα αμιγώς πολιτικά, θα σας εκμυστηρευτώ την ανησυχία μου, ότι από τους 162.103 συμπολίτες μας που ψήφισαν τον κο. Καρατζαφέρη το Μάρτιο του 2004, τους 252.429 τον Ιούνιο του 2004, τους 271.809 το Σεπτέμβριο του 2007 και τέλος, τους 366.615 τον Ιούνιο του 2009, δεν είμαι σίγουρος εάν οι περισσότεροι από αυτούς έχουν συνειδητοποιήσει ότι πριμοδότησαν με την ψήφο τους κάποιον που ενδέχεται να είναι, εάν όχι κάποιος αλλοπαρμένος που λέει ότι του κατεβεί στο νου, ή κάποιος εγκάθετος που εκτελεί υποδείξεις μίας αποστολής υπονόμευσης, ένας (ετοιμαστείτε για το χειρότερο) καμουφλαρισμένος νεοφασίστας που είναι ικανός να απειλήσει εν καιρώ τη σταθερότητα και την ασφάλεια του δημοκρατικού μας συστήματος. Διότι, τα περί «πατριωτικού παρεμβατισμού» σε τέτοια σκούρα μονοπάτια υποθέσεων και υποψιών με οδηγούν προσωπικά και ειλικρινά, εύχομαι να πέφτω έξω.

Υπερβολικές σκέψεις; Δαιδαλώδεις προβληματισμοί; Αβάσιμες ανησυχίες;

Ας ελπίσουμε ότι όλα τα παραπάνω, είναι μονάχα τα αμέσως προηγούμενα.

Πάντως, εγώ, δεν αισθάνομαι και ιδιαίτερα ήσυχος. Ενδεχομένως, ούτε κάποιοι από εσάς.

6 Ιουλ 2009

Όποιος παίξει, χάνει


Προφανώς δεν είναι ούτε αντισυνταγματικό, ούτε παράνομο να προκαλέσει κανείς πρόωρες εθνικές εκλογές με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ειδάλλως, δε θα υπήρχε η σχετική διάταξη για διάλυση της Βουλής, στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί η συλλογή των δύο τρίτων των ψήφων. Επομένως, επί του τύπου, ουδείς είναι σε θέση να εγκαλεί τον κο. Παπανδρέου για την απόφασή του να πάει τη χώρα σε εκλογές, το Μάρτιο του προσεχούς έτους.
Αντιθέτως, επί της ουσίας, οποιοσδήποτε από εμάς δικαιούται να ασκήσει κριτική στον πρόεδρο του ΠαΣοΚ, επειδή διαστρέφει το νόημα της συνταγματικής μέριμνας, υπό την έννοια, ότι στην περίπτωση του κου. Παπούλια, δεν πρόκειται να δημιουργηθεί μία πραγματική ασυμφωνία αναφορικά με την ποιότητα ή την καταλληλότητα της υποψηφιότητάς του ως Προέδρου, αλλά απλώς, θα πρυτανεύσει η σκοπιμότητα μίας εκλογικής στρατηγικής που υιοθετεί απροκάλυπτα -πλέον- ο κος. Παπανδρέου. Επομένως, τίθεται μείζον πρόβλημα πολιτικής δεοντολογίας και συμπεριφοράς, για το ΠαΣοΚ και για τον Πρόεδρό του.
Επιπλέον, ο κος. Παπανδρέου ανατρέπει το ισχύον πρότυπο της πολιτικής αντιμετώπισης του θεσμικού ζητήματος εκλογής αρχηγού κράτους, μετατρέποντάς το, από μία ομαλή διαδικασία που ‘χει το κύριο χαρακτηριστικό της ευρείας κοινοβουλευτικής συναίνεσης, σε μία αδιέξοδη σύγκρουση που θα βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο κίνητρο του κομματικού συμφέροντος. Μαζί με αυτό, φαίνεται εντελώς ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιείται ο κος. Παπούλιας, ένας άνθρωπος που έχει κερδίσει με την αξία του το σεβασμό και την αγάπη όλων των Ελλήνων, ως κομμάτι στο χάρτη μίας εκλογικής στρατηγικής.
Νομίζω πως ο ίδιος ο κος. Παπανδρέου, αλλά και το κόμμα του συνολικά, θα κριθούν αυστηρά από τον πολίτη για όλα τα παραπάνω. Όπως εξάλλου και για το γεγονός ότι διαμορφώνουν εκλογική στρατηγική ποντάροντας πάνω σε τόσο ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι εκείνο της επανεκλογής του κου. Παπούλια, αντί να αφοσιωθούν αποκλειστικά και μόνο στη διαμόρφωση μίας θετικής, υπεύθυνης πρότασης εναλλακτικής διακυβέρνησης, όπως προτάσσει άλλωστε και ο θεσμικός τους ρόλος.
Ωστόσο, εξίσου αυστηρά κινδυνεύει να κριθεί και η Νέα Δημοκρατία, εάν πέσει στην παγίδα να επιδοθεί σε ασκήσεις και τακτικές καλλιέργειας εντυπώσεων σε βάρος του ΠαΣοΚ, με αφορμή τη στάση του στο ζήτημα επανεκλογής του κου. Παπούλια. Ο πολίτης δεν είναι κουτός και καταλαβαίνει πολλά περισσότερα από το προφανές, δηλαδή, ότι ο κος. Παπανδρέου και το ΠαΣοΚ είναι λάθος σε αυτή την περίπτωση. Από την άλλη πλευρά, είναι βέβαιο ότι δοκιμάζοντας να χειραγωγήσεις τον πολίτη πάνω στο προφανές, τον αντιμετωπίζεις πράγματι ως κουτό και φυσικά, θα αντιδράσει κατά τρόπο αρνητικό. Ακόμη, είναι λογικό να σκεφτεί ο πολίτης, ότι η κυβέρνηση μεθοδεύει μία ακόμη εκστρατεία επικοινωνιακής διαχείρισης της υπόθεσης κατανομής του πολιτικού κόστους, προκειμένου να αποφύγει τη βάσανο της εφαρμογής αλλαγών ουσίας, τόσο στο πολιτικό προσωπικό που υπηρετεί σε καίρια κρατικά πόστα, όσο και σε κεντρικές πολιτικές.
Ο μόνος τρόπος, για να βγουν εκτεθειμένοι αποκλειστικά ο κος. Παπανδρέου και το ΠαΣοΚ, είναι να τους αφήσει η ΝΔ να παίξουν μόνοι τους αυτό το παιγνίδι με την Προεδρία της Δημοκρατίας και κο. Παπούλια. Σε κάθε άλλη περίπτωση, δε θα βγει ούτε και εκείνη αλώβητη.
Είναι ένα άσχημο παιγνίδι αυτό, γι’ αυτό, όποιος παίξει, χάνει.

3 Ιουλ 2009

Βρε καλώς τα παιδιά!


Έπρεπε να βγει, άγνωστο για ποιους προσωπικούς λόγους, ο κος. Τσουκάτος και να πει ότι με τα ίδια του τα χέρια κουβάλησε στο ταμείο του ΠαΣοΚ ένα εκατομμύριο μάρκα ως χορηγία της γερμανικής εταιρείας Siemens, για να ξεκινήσει μία ολόκληρη συζήτηση γύρω από το λεγόμενο μαύρο χρήμα.
Καλώς τα παιδιά, που θα έλεγε στις καλές του μέρες ο κος. Αλαβάνος!
Δηλαδή, τόσα χρόνια, ουδείς είχε παρατηρήσει ότι τα φανερά μόνο έξοδα των κομμάτων σε νοίκια κτιρίων, πάγιους και έκτακτους λογαριασμούς, μισθούς τακτικού προσωπικού και αμοιβές εξωτερικών συνεργατών (ιδιωτών, ή εταιρειών), προμήθειες υλικών και παραγγελίες εκτυπώσεων, διοργάνωση δεκάδων τεραστίων σε όγκο εκδηλώσεων, προεκλογικές και διαφημιστικές καμπάνιες κ.ο.κ., υπερέβαιναν κατά πολύ τα ετήσια έσοδα χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό, συν τα ποσά δανεισμών από τράπεζες;
Δηλαδή, τόσα χρόνια, ουδείς είχε διερωτηθεί για το πώς, πολιτικά πρόσωπα που δε διέθεταν καμιά αξιόλογη οικογενειακή περιουσία, ούτε και έκαναν καμιά φοβερή καριέρα στον ιδιωτικό τομέα, ούτως ώστε να αποκτήσουν πολλά χρήματα σε σχετικά νεαρή ηλικία, βρέθηκαν να κάνουν προεκλογικές εκστρατείες εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και να διάγουν ένα βίο, πιο χλιδάτο και από του Κασόγκι;
Δηλαδή, τα τελευταία χρόνια, ουδείς έχει δει ως σπαζοκεφαλιά, το πώς ακόμη και κάτι τριαντάχρονοι wannabes (σε απλή μετάφραση, τα παιδιά του κομματικού σωλήνα, που ευελπιστούν να γίνουν οι πολιτικοί ηγέτες της επόμενης εικοσαετίας ή τριακονταετίας), που δεν έχουν βγει καλά-καλά στην πιάτσα, για να πιάσουν στα χέρια τους τον πρώτο τους μισθό, άξαφνα διοργανώνουν ιδιωτικές γιορτές και πανηγύρια, με χίλιους, χίλιους πεντακόσιους, δύο χιλιάδες προσκεκλημένους;
Βρε καλώς τα παιδιά, ξανά!
Καλώς τους φορείς του πολιτικού μας συστήματος, που έπεσαν και πάλι από τα σύννεφα και άξαφνα, τους ήρθε η έγνοια της διαφάνειας.
Καλώς τους εκλεγμένους, ή όχι ακόμα εκλεγμένους, πολιτικούς μας, που ψαχουλεύουν το πόθεν έσχες του απέναντί τους, ως ξεκάρφωμα, για να μην προλάβει ο απέναντι, να ψαχουλέψει το πόθεν έσχες το δικό τους.
Καλώς τους δημοσιογράφους, που βρήκαν παιδική χαρά για να παίξουν και όταν κουραστούν, θα πάνε να ξαποστάσουν στα parties στο Κολωνάκι, στα κυκλαδίτικα εξοχικά και στα δωδεκάμετρα σκάφη cruisers των πολιτικών προσώπων που τους προσκαλούν. Όχι, δε θα ρωτήσουν από πού βρέθηκαν όλα αυτά, προέχει η ευγένεια του φιλοξενούμενου, απέναντι στον οικοδεσπότη.
Αλλά και να μην ανήκει κανείς στους παραπάνω, όσο και εάν προβληματιστεί πάνω στην ιδέα του μαύρου πολιτικού χρήματος, καταλαβαίνει ότι η κατάσταση είναι αυτό που λέμε μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Ψηφίζεται το ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και επαγγελματία; Λέγεται τότε, πως ο βουλευτής, μη καλυπτόμενος οικονομικά από την αποζημίωση που του χορηγεί το κράτος, θα αναζητήσει πρόσθετη οικονομική στήριξη από ιδιώτες.
Ψηφίζεται η άρση του ασυμβιβάστου; Λέγεται τότε, πως ενδέχεται ο βουλευτής να μπει στον πειρασμό να συνδυάσει τις πολιτικές προσβάσεις του σε κρατικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις, ή, τις πολιτικές φιλίες του με ανθρώπους του ιδιωτικού κεφαλαίου, προκειμένου να προωθήσει τις δικές του business.
Φτάνει ο κόμπος στο χτένι και δημιουργείται γενική εμπλοκή, σε όλα τα προηγούμενα; Ε, τότε, να’ ναι καλά οι σύζυγοί τους, που μπορούν να παίρνουν ελεύθερα δουλειές είτε ως επιχειρηματίες, είτε ως επιτηδευματίες. Εξάλλου, επιχείρημα υπάρχει και εδώ: δε θα κλείσει ως επαγγελματίας η γυναίκα μου (ή ο άντρας μου, για τις γυναίκες πολιτικούς), επειδή αποφάσισα εγώ να γίνω βουλευτής, ή υπουργός.
Λύσεις υπάρχουν; Πολλές. Αλλά απαιτείται ευθυκρισία. Ειλικρίνεια. Και πάνω απ΄ όλα, αξιοπρέπεια.
Τι μπορεί να σημαίνει ευθυκρισία; Να έχεις τόσο δα μυαλό, ώστε να καταλάβεις, ότι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να έχεις ανοικτές και καθαρές σχέσεις ως πολιτικός με το ιδιωτικό κεφάλαιο, παρά κρυφές και ύποπτες. Στα δεκάδες ταξίδια που έκανα στο εξωτερικό εκπροσωπώντας το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, άλλοτε ως αναπληρωτής γραμματέας Διεθνών Σχέσεων και πρόσφατα, ως αναπληρωτής γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού, είδα κολοσσούς του ιδιωτικού κεφαλαίου και της ιδιωτικής παραγωγής να προσφέρουν επίσημες χορηγίες (με διαφημιστικά πανό, διαφημιστικά περίπτερα κ.α.) σε μεγάλα συνέδρια κομμάτων. Υποψηφίους, να δέχονται ποσά από επιχειρηματίες, ή από απλούς πολίτες, να τους κόβουν διάτρητη απόδειξη από την εφορία και να δημοσιοποιούν τη λίστα χορηγιών τους σε εφημερίδες. Σεμνά και φανερά. Εμείς εδώ, προτιμούμε να μην έχουμε σχέση με καμιά Siemens επισήμως και να μας φέρνει ο κάθε κος. Τσουκάτος χαρτοφύλακες με λεφτά.
Τι μπορεί να σημαίνει ειλικρίνεια; Να είσαι τόσο δα αληθινός, που να μην περιγελάς ως «γύφτο» (ζητώ συγγνώμη από τη συμπαθή φυλή των αθίγγανων) το Βρετανό βουλευτή που χρέωσε στον κρατικό προϋπολογισμό έως και τα παπούτσια που αγόραζε, ενώ την ίδια ώρα, βάζεις τα λεφτά του προϋπολογισμού του δικού σου κράτους στην μπροστινή τσέπη, τα χαρτζιλίκια από τους χορηγούς σου στην πίσω και παίρνεις και extra bonus κανονάκι (που λέγαμε πιτσιρικάδες, παίζοντας στα ουφάδικα της γειτονιάς), μία οικοσκευή.
Τι σημαίνει αξιοπρέπεια; Να είσαι τόσο δα κύριος (ή κυρία) που να προτιμάς να υπηρετείς το δημόσιο αξίωμά σου έχοντας μία σφικτή και περιορισμένη οικονομική διαχείριση της λειτουργίας του γραφείου σου, αλλά την ίδια ώρα, να μην έχεις ανάγκη ή υποχρέωση απέναντι σε κανέναν, από το να γεμίζεις την τηλεόραση, τις εφημερίδες, τις στάσεις των λεωφορείων με τη ματαιόδοξη φατσούλα σου, ενώ είσαι υπάλληλος και υποχείριο εκείνου που σου πληρώνει όλα αυτά.
Μετά από όλα αυτά τα απλά και εντελώς πρακτικά που ανέφερα, ας πάρουμε μία βαθιά ανάσα και ας επιστρέψουμε στις θεωρητικές αναλύσεις γύρω από το μαύρο χρήμα, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, είναι σχεδιασμένες να μην καταλήγουν πουθενά.

2 Ιουλ 2009

Όλα στο φως για Siemens

Η συζήτηση για αμνήστευση του κου. Χριστοφοράκου με αντάλλαγμα τη συνεργασία του, δεν έχει νόημα, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να απαλλάσσεται των ποινικών ευθυνών του εκείνος που για λογαριασμό των συμφερόντων για τα οποία εργάζεται, προσφέρει χρήματα, εξαγοράζει συνειδήσεις στελεχών του δημοσίου και διασφαλίζει ευνοιοκρατική μεταχείριση στο διαγωνισμό, ή στην ανάθεση κάποιου έργου. Από την άλλη πλευρά, έχει λογική η περίπτωση να του αναγνωριστεί κάποιο ελαφρυντικό μεταμέλειας την οποία θα όφειλε να υποστηρίξει ο ίδιος εμπράκτως, δίνοντας ονόματα και στοιχεία, για όσους τα έπιασαν χοντρά.
Βλέπετε, στη χώρα του παραλόγου, συχνά μας διαφεύγει το αυτονόητο. Στην περίπτωση της Siemens, η Πολιτεία δε θα έπρεπε να νοιάζεται σε τέτοιο βαθμό για την τύχη των ανθρώπων οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι πόσο διαβλητό και ανήθικο είναι το πολιτικό μας σύστημα, καθώς και το σύστημα λειτουργίας του κράτους μας και της δημόσιας διοίκησης και έχοντας λάβει τη συναίνεση των εργοδοτών τους προκειμένου να πάρουν δουλειές με κάθε μέσο και κάθε κόστος, μοίραζαν μίζες σε στελέχη κρατικών οργανισμών. Στόχος, θα έπρεπε λογικά να είναι, να φτάσει η έρευνα σε ‘κείνους που έβαλαν τελικά τα χρήματα στην τσέπη, διότι εκεί βρίσκεται η καρδιά του σκανδάλου.

Από την άλλη πλευρά, είναι βέβαιο, ότι αποτελεί ζήτημα τιμής για την κυβέρνηση και τα κόμματα να μη μείνει ασύλληπτο, ούτε ένα πρώην στέλεχος του δημοσίου που ενθυλάκωσε βρώμικα χρήματα. Μοναδικό κόμμα, που θα μπορούσε να αντιδράσει σε αυτό, είναι το ΠαΣοΚ. Διότι το σκάνδαλο Siemens, είναι ένα σκάνδαλο δικό του. Και αντιδρά ήδη. Προσπαθεί να πάρει την υπόθεση από τη δικαιοσύνη και να τη φέρει στη βουλή, ενώ είναι γνωστό ότι ούτως ή άλλως, οι ποινικές ευθύνες για πρώην υπουργούς έχουν παραγραφεί. Αγωνία του, είναι να μη βγουν στη φόρα τα στελέχη του κομματικού συστήματός του που διαχειριζόταν την εξουσία, τα οποία χρηματίστηκαν, ή ακόμη χειρότερα, εκβίασαν προκειμένου να χρηματιστούν.
Την ίδια ώρα, ο κος. Παπανδρέου και οι συνεργάτες του στο κόμμα, παριστάνουν τους ανήξερους, γι’ αυτό που ο κος. Τσουκάτος διαβεβαιώνει: ότι χρήματα της γερμανικής εταιρείας εισέρεαν στα κομματικά ταμεία. Αλλά και να μην ευσταθούν οι διαβεβαιώσεις του κου. Τσουκάτου, είναι σίγουρο ότι είτε έτσι, είτε αλλιώς, οι μίζες της Siemens σε τσέπες ανθρώπων του κόμματος κατέληγαν. Επομένως, ο κος. Παπανδρέου δε δικαιούται να παριστάνει πως βρίσκεται έξω από το κάδρο των πολιτικών ευθυνών. Αντιθέτως, υποχρεούται να λάβει θέση και να αναλάβει δράση, όχι να χρησιμοποιεί υπεκφυγές και να παριστάνει τον υπεράνω, ενίοτε δε και τον τιμητή. Και εδώ, εκδηλώνεται η παντελής απροθυμία του για κάτι τέτοιο, δια μέσου των δηλώσεων του στενότερου συνεργάτη του. Ο εκπρόσωπός του, ο κος. Παπακωνσταντίνου, μιλώντας για το ενδεχόμενο αποκαλύψεων από τη μεριά του κου. Χριστοφοράκου, υποστήριξε ότι οι αποκαλύψεις θα πρέπει να συνοδεύονται από στοιχεία. Κομπιάζοντας λίγο, συμπλήρωσε: «και αποδείξεις βεβαίως». Πάλι καλά που δεν ισχυρίστηκε πως απόδειξη του σκανδάλου, μπορεί να αποτελεί μόνο βιντεοσκοπημένο ντοκουμέντο της συναλλαγής, μαζί με προσημειωμένα χαρτονομίσματα.

Πάντως, το κλειδί των εξελίξεων, δε βρίσκεται μονάχα στη διάθεση του κου. Χριστοφοράκου να συνεργαστεί, αλλά και στην απόφαση, η μη, των γερμανικών αρχών, να τον εκδώσουν κάποια στιγμή στην Ελλάδα. Είναι γνωστό, ότι για λόγους τάξης και κύρους, κράτη σαν τη Γερμανία δεν παραδίδουν εύκολα πολίτες τους σε άλλα κράτη. Από την άλλη πλευρά, είναι αμφίβολο εάν οι γερμανικές αρχές αναλάμβαναν το ρίσκο υπονόμευσης του κύρους της χώρας, προσφέροντας προστασία και άσυλο σε πολίτες της που έχουν παρελθόν και ποιόν σαν εκείνο του κου. Χριστοφοράκου.
Πέρα από τα προηγούμενα, απόλυτη ευθύνη να βοηθήσει στη διαλεύκανση και της τελευταίας πτυχής αυτού του σκανδάλου, έχει η ίδια η εταιρεία. Είναι δύσκολα πιστευτό, ότι η μητρική Siemens, ενέκρινε ποσά για μίζες σε πολιτικά πρόσωπα ή υψηλά ιστάμενους διοικητικούς παράγοντες του δημοσίου, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα κανείς από τη Γερμανία, ποιος ήταν ο κος. Rocco και η παρέα του. Έχει υποχρέωση, λοιπόν, να βοηθήσει η Siemens και έχει υποχρέωση, από τη δική της μεριά, η Πολιτεία με τα εντεταλμένα όργανα και τους φορείς της, να ασκήσουν ασφυκτική πίεση στην εταιρεία για να το πράξει αυτό.
Πως; Προσωπικά δε γνωρίζω. Ίσως θα ‘πρεπε να συζητήσουμε σοβαρά την πρόταση του κου. Μάνου, να βάλουμε πάγο στη συμμετοχή της γερμανικής εταιρείας σε διαγωνισμούς αναθέσεων έργων του δημοσίου, μέχρι να βγουν τα πάντα στο φως. Ή, μήπως θα έπρεπε να συζητηθεί το ενδεχόμενο να πάμε σε μία συνολική, συναινετική συμφωνία συγκάλυψης, όπως έγινε στην Αμερική; Διότι, με βάση το αμερικανικό τετελεσμένο, υπάρχει και μία τέτοια εκδοχή -μιλώντας θεωρητικά έστω.
Προσωπικά, όσο και αν θεωρώ τον κο. Μάνο ανυπόφορο για την ενοχλητική του πολυπραγμοσύνη που περιφέρει από κάθε κόμμα στο οποίο εντάσσεται σε κάθε απόκομμα που ο ίδιος ιδρύει, θα προτιμούσα το πρώτο. Δηλαδή, να βγάλουμε, κατά το λαϊκώς λεγόμενο, στη σέντρα τη Siemens, αντιμετωπίζοντάς την επισήμως ως Miesens. Θα μπορούσε, ενδεχομένως να προσφύγει η εταιρεία στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, αλλά ας έρθει εκείνο μετά, να καταδικάσει τη χώρα μας, διότι αρνείται να δίνει δουλειές σε μία διεφθαρμένη εταιρεία που έκανε συμφωνίες διαφθοράς, με δικούς μας διεφθαρμένους δημόσιους παράγοντες.
Αυτές οι υποθέσεις, χρειάζονται περισσότερο από ευελιξία και διπλωματία, τόλμη και αποφασιστικότητα. Έτσι, μπορεί κάτι να βγει.