19 Ιουν 2009

Ένα κερί και ένα σύνθημα




Ο δικός σου θάνατος δεν είχε ιδιαίτερο σουξέ. Παρότι ήταν ξεκάθαρη δολοφονία. Χωρίς να χρειάζεται επιβεβαίωση από κανέναν εμπειρογνώμονα. Κανέναν ιατροδικαστή. Παρότι ήταν προφανής ο δόλος. Είκοσι τόσες σφαίρες σε ένα κορμί, συνιστούν όχι απλά δόλο. Αλλά μίσος. Σκέτη κτηνωδία.
Η σφαγή σου, σαν ένα ανυπεράσπιστο σφάγιο, ανάμεσα σε τρεις, τέσσερις, ή οκτώ χασάπηδες, δεν έφερε πλήθη στους δρόμους. Βλέπεις, δεν ήσουν πιτσιρίκος. Ήσουν σαραντάρης. Δεν ήσουν του αντεξουσιαστικού χώρου. Ήσουν ένας αστυνομικός. Ένα μπάτσος, σύμφωνα με την τάχα προοδευτική χούντα που διαφεντεύει την κοινή γνώμη. Μπορεί και ένας παλιόμπατσος, για κάποιους που πασχίζουν να μετατρέψουν τη μούντζα που ‘φαγαν στις εκλογές χθες, σε στάση πολιτικής υπευθυνότητας σήμερα.
Άλλος μπορεί να λέει, έλα μωρέ τη δουλειά του έκανε. Εξάλλου, όταν είσαι αστυνομικός, μπορεί και να… «πέσεις εν ώρα υπηρεσίας». Άλλος μπορεί να παρακολουθεί πρώτα τα αδηφάγα ρεπορτάζ που τρέφονται με σάρκα και αίμα και στη συνέχεια, στη δουλειά του, στην καφετέρια, ή στο ταξί, να αναπτύσσει θεωρίες και θεωρήματα, γύρω από το πώς λειτουργεί η αστυνομία και που αποσκοπεί η τρομοκρατία. Άλλος, μπορεί να χρησιμοποιεί το θάνατό σου, για να ξεσπά τα πολιτικά του απωθημένα κατά οποιουδήποτε. Άλλος, προκειμένου να αραδιάσει στο podium της αίθουσας Τύπου του κόμματος, ή στα παράθυρα των καναλιών, τις αντιπολιτευτικές του αηδίες, ήδη εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι καθόσουν ανυποψίαστος στο πόστο σου, πριν καλά-καλά να είχες πιεί -ίσως- τον πρωινό σου καφέ και ξάφνου, άρχισαν να σε γαζώνουν από όλες τις πλευρές τα κτήνη.
Ο καθένας θα πει για σένα, μετά από σένα, το κοντό του και το μακρύ του. Εγώ δεν ξέρω τι να πω. Φεύγω κάποιες φορές για ταξίδι, πάω στην κούνια, φιλώ το παιδί μου και σκέφτομαι τι θα συμβεί, εάν πέσει το αεροπλάνο μου, εάν με φάει σε καμιά άγνωστή μου πρωτεύουσα κανένας junkie, που περπατά στο δρόμο θολωμένος, εάν, εάν, εάν... Από το μυαλό ενός γονιού, μπορεί να περνούν οι πλέον απίθανες και ανησυχητικές σκέψεις, όταν φεύγει μακριά από το παιδί του, έστω για ένα πολύ μικρό διάστημα . Σήμερα, φιλώντας το παιδί μου που κοιμάται, σκέφτομαι πως είναι να πηγαίνει κανείς στη δουλειά του, αν προτιμάς στο καθήκον του και να βγαίνουν τρεις, τέσσερις, ή οκτώ χάροι και να κάνουν το κορμί του τόσο αγνώριστο, που να μη μπορεί καν να φτιάξει μία αξιοπρεπή σορό. Άθελά μου, βάζω το δικό μου τρίχρονο γιο, στη θέση της δικής σου εξάχρονης κόρης, που θα ξύπνησε και θα ρωτούσε τη μαμά, γιατί δεν έχει γυρίσει ο μπαμπάς και μου φεύγει το μυαλό μου.
Δεν ξέρω τι να πω Νεκτάριε-Αντώνιε Σάββα. Εδώ δεν καταλαβαίνει κανείς με την πρώτη ποιο είναι το όνομά σου από τα τρία, ποιο το επώνυμό σου και τέλος πάντων, τι ρόλο παίζει το τρίτο συστατικό. Είναι άραγε, εκείνο που λένε στις ΗΠΑ, middle name; Εκείνο που μου ‘ρχεται ως συναίσθημα, είναι πως αξίζει να πάει καθένας από μας στη διασταύρωση των πεζόδρομων Δημητρακοπούλου και Λάμπρου Πορφύρα, στο τέλος Πατησίων, εκεί που κλείδωσαν τα βλέφαρά σου μπρος στο δολοφονικό μίσος και στην ανανδρία και να αφήσουμε ένα κερί. Ένα καντήλι. Ένα λουλούδι. Το αγαπημένο μας μικροαντικείμενο. Με ένα σύνθημα, που είμαι σίγουρος πως εκφράζει πολλούς συνάδελφούς σου, πεσόντες εν ώρα καθήκοντος, ή ακόμη -δόξα τω Θεό- ζωντανούς. Συναδέλφους σου, που δεν πήγαν στην αστυνομία για ένα μισθουλάκο συν μία εξασφάλιση, αλλά με το ιδανικό να προστατεύουν την κοινωνία, ακόμη και αν το πλήρωναν κάποτε με την ίδια τη ζωή τους. Όχι, το τυπικό και ηρωικό «αθάνατος», αλλά το αγοραίο άλλα τόσο ουσιώδες, «ποτέ δε θα νικήσετε, κουφάλες τρομοκράτες!»

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ελάχιστοι προσέγγισαν το θέμα του άδικα χαμένου συνανθρώπου μας με τόση ευαισθησία. Και δεν μιλώ μόνο σαν κόρη πρώην αστυνομικού, αλλά και σαν συμπολίτης και συνάνθρωπος.Να είστε καλά.
Γ.Β.

Ιωάννης Γ. Μοίρας είπε...

Το σχόλιό σας με συγκινεί και με τιμά. Σας ευχαριστώ.