26 Μαΐ 2009

Η ατελέσφορη ευχή για νέους και αυτοδημιούργητους στην πολιτική


Δεν υπάρχει χειρότερη υποκρισία, ή στην επιεικέστερη περίπτωση παραδοξολογία, από το ισχυρίζεται κανείς ότι η πολιτική έχει ανάγκη από νέους και αυτοδημιούργητους ανθρώπους, ή να διατείνεται ότι οι πολιτικοί προέρχονται από την κοινωνία για να υπηρετούν την κοινωνία.
Κατ’ αρχήν, πόσοι μπορούν να έχουν ήδη πετύχει ενώ είναι ακόμη νέοι; Είτε είναι επιστήμονας κάποιος, είτε επιχειρηματίας, είτε επαγγελματίας, είτε καλλιτέχνης, είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, να έχει καθιερωθεί στον τομέα του πριν τα σαράντα, σαράντα πέντε, πενήντα του χρόνια. Λίγο να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο, λίγο να εκπαιδευτεί στο αντικείμενό του, λίγο να αποκτήσει πραγματική επαγγελματική εμπειρία, λίγο να κάνει το δικό του μεγάλο προσωπικό άνοιγμα ή άλμα προς τα εμπρός στο χώρο που υπηρετεί, ο καιρός έχει ήδη περάσει. Και μετά; Θα σκεφτεί να το γυρίσει στην πολιτική, ή θα κοιτάξει να διασφαλίσει τα κεκτημένα και θα εξασφαλίσει την οικογένειά του;
Αλήθεια, ποιος επιτυχημένος, αυτοδημιούργητος σαραντάρης ή πενηντάρης θα διέκοπτε την καριέρα του, θα διέθετε το χρήμα και τα αγαθά που με κόπο απέκτησε για τα έξοδα της καμπάνιας του, θα έπαιρνε ρίσκα όχι μονάχα για τον εαυτό του, αλλά και για την οικογένειά του και θα έκανε ένα νέο ξεκίνημα από το μηδέν προκειμένου να πολιτευτεί; Μάλλον κανείς.
Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δοκιμάσει δουλειά μαζί με πολιτική; Τότε είναι που θα τα έκανε θάλασσα και στα δύο, γιατί δε θα ήταν σε τίποτα από τα δύο ολοκληρωτικά αφοσιωμένος. Παράλληλα, θα διακινδύνευε να κατηγορηθεί κάποια στιγμή για διαπλοκή. Υπάρχουν διάφορα παραδείγματα, ακόμη και πολύ πρόσφατα, που για να χτυπήσουν τα οργανωμένα πολιτικοδημοσιογραφικά κυκλώματα κάποιο ανερχόμενο στέλεχος, ψηλαφίζουν το επαγγελματικό παρελθόν του και ακόμη και με μισόλογα, ασυναρτησίες ή ψέματα, επιχειρούν να στοιχειοθετήσουν σε βάρος του αθέμιτες και αδιαφανείς συναλλαγές.
Θα αναζητούσε από αλλού χρήμα και στήριξη για να πολιτευτεί; Τότε είναι βέβαιο ότι θα κατέφευγε στο λεγόμενο μαύρο πολιτικό χρήμα και σε κρυφές δεσμεύσεις και εξαρτήσεις με ανθρώπους που έχουν τον τρόπο να κάνουν ένα πολιτικό πρόσωπο να λάμψει ή να καεί σε μια μέρα. Το αποτέλεσμα θα ήταν, να καταντούσε, πριν καλά-καλά εκλεγεί, να είναι ο μίσθαρνος κάθε επιχειρηματία, ο κολαούζος κάθε εκδότη ή μεγαλοδημοσιογράφου, το υποχείριο ακόμη κι ενός νονού της νύχτας. Υπερβολές; Καθόλου, δεδομένου ότι υπάρχουν εκλογικές περιφέρειες στην Ελλάδα, που λόγο στην εκλογή ενός υποψηφίου έχει και η μαφία.
Υπάρχουν βέβαια νέοι και επιτυχημένοι στην πολιτική. Μόνο που δεν είναι αυτοδημιούργητοι. Συνήθως, πρόκειται για τα πορφυρογέννητα αγόρια και κορίτσια για τα οποία φρόντισε ο μπαμπάς, ή η μαμά υπουργός. Αρχικά να τελειώσουν το μεγάλο ιδιωτικό σχολείο. Αυτό, μέχρι τα δέκα οχτώ. Μετά να φοιτήσουν στο Εξωτερικό, σε κορυφαίο αμερικανικό ή ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο. Αυτό, μέχρι τα είκοσι τέσσερα, μαζί με τα μεταπτυχιακά. Στη συνέχεια να πιάσουν δουλειά, σε ένα τόσο μεγάλο οργανισμό ή εταιρεία, ξεκινώντας από μία τόσο υψηλή θέση, που το παιδί κανενός ανώνυμου καθημερινού ανθρώπου δε θα πλησίαζε καν στα όνειρά του. Αυτό μέχρι τα είκοσι οχτώ, άντε τριάντα. Ύστερα, να τοποθετηθεί σε κάποιο επιτελικό πόστο στο Κόμμα, ενώ θα κάνει και το στρατιωτικό του, αν είναι άρρεν. Στρατιωτικό, κάπου στο τετράγωνο Ομόνοιας, Μοναστηρακίου, Πλατείας Συντάγματος, Κολωνακίου. Ή, ακόμη καλύτερα, σπίτι του. Αυτό, μέχρι τα τριάντα τρία. Συμπληρώνοντας τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για το τέλειο προφίλ πολιτικού με έναν καθώς πρέπει γάμο και την απόκτηση δύο όμορφων μωρών (που οι καλές μοίρες τα τάζουν από την κούνια να είναι οι ηγέτες της μεταπροσεχούς γενιάς) και με προίκα τους κομματάρχες και τα ρουσφέτια που χρησίμευσαν ως υλικά για να χτιστεί το δικό τους οικογενειοκρατικό τζάκι, οι νέοι ηγέτες είναι έτοιμοι να απολαύσουν ότι ανέκαθεν τους ανήκε: ψήφους και έδρα, βουλευτική έδρα και υπουργικό αξίωμα. Αυτό μέχρι τα τριάντα πέντε, το πολύ σαράντα.
Είτε έτσι, είτε αλλιώς θα κυβερνήσουν. Χωρίς να έχουν ποτέ στριμωχτεί στη μελέτη ή στη δουλειά, καθώς δε θα έχουν ποτέ νιώσει την πίεση να ανταγωνιστούν ως ίσος απέναντι σε ίσους, ούτε και την αγωνία να επιβιώσουν σε σκληρές καταστάσεις με κανένα στήριγμα. Χωρίς να έχουν ποτέ ισορροπήσει στην κλωστή που χωρίζει τη δικαίωση από την απόρριψη. Χωρίς να έχουν ποτέ βιώσει τη χαρά του πρώτου μισθού ή τη θλίψη της πρώτης απόλυσης, την επιβεβαίωση της προαγωγής ή τη ματαίωση ενός υποβιβασμού. Χωρίς να έχουν ποτέ γνωρίσει πως κάποιος με χίλια πεντακόσια ευρώ το μήνα πληρώνει νοίκι, λογαριασμούς, οικιακά και προσωπικά έξοδα, κοινωνικές υποχρεώσεις. Χωρίς να έχουν ποτέ καταλάβει τι σημαίνει να φορολογείσαι για Παιδεία και Υγεία και να ξεπουλιέσαι και ο ίδιος ακόμη, προκειμένου να πληρώνεις φροντιστήρια για το παιδί σου και φακελάκια για το γονιό σου. Χωρίς να έχουν ποτέ απηυδήσει, διεκδικώντας μία αυτονόητη εξυπηρέτηση από το κράτος, η οποία, αφού σκαλώνει επί καιρό στη γραφειοκρατία, τελικά ξεσκαλώνει με ένα μπαξίσι στον αρμόδιο υπάλληλο.
Θα κυβερνήσουν μόνοι; Σίγουρα όχι, διότι χρειάζονται κάποιους γύρω τους –όχι μαζί τους. Ως συμπλήρωμα για να φαίνονται στο τέλος πολλοί εκείνοι που διαχειρίζονται την τύχη της κοινωνίας και να ξεγελούν στο μάτι; Ως ντεκόρ για να στολίζεται με λογής-λογής ζωντανά μπιμπελό το σαλόνι μίας αθάνατης και ανόθευτης αριστοκρατίας της πολιτικής; Ως γαρνιτούρα για να έχουν κάποιον ή κάτι να φάνε οι κατά καιρούς εμφανιζόμενοι άγγελοι-τιμωροί της αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας και να χορτάσουν πριν φτάσουν στο ψητό; Κάτι από αυτά και όλα αυτά μαζί; Ουδεμία σημασία έχει ως τι. Αντιθέτως, σημασία έχει ότι οι περισσότεροι από εκείνους που θα διασχίσουν το παραπέτασμα που χωρίζει τους ελάχιστους κυβερνώντες από τους αναρίθμητους κυβερνώμενους, είτε θα είναι οι ορντινάντσες του προθαλάμου του γραφείου κάποιου υπουργού, δελφίνου, βαρόνου ή μεγαλοπαράγοντα, που εξαργυρώνοντας χρόνια τυφλής υποταγής λαμβάνουν το χρίσμα για να πάνε να πολιτευτούν στο χωριό τους, είτε τα λεγόμενα παιδιά του κομματικού σωλήνα, που διαπρέποντας ως αφισοκολλητές, μπράβοι, ή κλακαδόροι (ενίοτε δε και κλικαδόροι) δρέπουν κάποιο κομματικό στην αρχή και κυβερνητικό εάν τύχει αξίωμα, τιμής ένεκεν. Περιφερειακά κομμάτια στο παζλ, ενδέχεται να είναι κάποιοι αγωνιζόμενοι -πρωτίστως για τον εαυτό τους- συνδικαλιστές, κάποιοι καθηγητές που επένδυσαν την ανέλιξή τους σε κάποιο κόμμα και στην φοιτητική του νεολαία, κάποιοι δημοσιογράφοι που εκμεταλλευόμενοι το απόλυτο κενό στην παραγωγή πολιτικής σκέψης και λόγου παριστάνουν τους παραταξιακούς γκουρού που χαράσσουν γραμμή και περνούν άποψη.
Υπάρχουν εξαιρέσεις σε όλα τα παραπάνω; Ναι, κάμποσες, έτσι ως άλλοθι σε μία αμαρτία που δεν καταδικάζεται στο χρόνο, παρότι η ανάγκη για εξέλιξη πιέζει όλο και περισσότερο τα τείχη κάθε κακής παράδοσης που τυραννάει την κοινωνία. Ή, για να το θέσει κανείς πιο λαϊκά, ως ξεκάρφωμα, για να μην σηκώσει μια μέρα ο λαός τις πέτρες.
Θα βρεθεί ποτέ κανείς να σηκώσει πρώτος την πέτρα; Αμφίβολο. Κι αν συμβεί αυτό, ο καθοδηγητής-υποκινητής θα είναι κάποια δήθεν αριστερή ιντελιγκέντσια ενός δεδομένου πολιτικού συστήματος που ελέγχει μέχρι και τους επαναστάτες του και στόχος, σίγουρα όχι το παρμπρίζ της υβριδικής μαύρης λιμουζίνας που προσφέρει το κράτος (οι φόροι μας δηλαδή) σε όλους, όσους περιγράφονται παραπάνω, αλλά στη τζαμένια βιτρίνα του καταστήματος κάποιου φουκαρά που παλεύει να τα φέρει βόλτα.

Disclaimer: Τα παραπάνω δεν είναι φανταστική ιστορία. Τυχόν ομοιότητες με πρόσωπα και καταστάσεις, δεν είναι τυχαίες.

19 Μαΐ 2009

Σεβασμός στον Εθνάρχη Καραμανλή!




Στο ντοκιμαντέρ «Η Μεγάλη Αλλαγή» της ΝΕΤ, μιλώντας για τη φάση πολιτικής αστάθειας που ακολούθησε της ανατροπής της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και για το ποια στάση τηρούσε από το Παρίσι όπου βρισκόταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είπε «ως γνωστόν, στα δύσκολα ο Καραμανλής πάντα έμενε πίσω».
Ο Καραμανλής δεν έκανε πίσω, όταν, αψηφώντας την απαξιωτική θεωρία για τον «κηπουρό των ανακτόρων», πήρε στα χέρια του μία χώρα που δεν είχε ακόμη συνέλθει από τις τραγικές συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και την έβαλε σε τροχιά ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού. Τότε, για την ακρίβεια, τέθηκαν τα θεμέλια της σύγχρονης Ελλάδας με ώθηση στην οικονομία, στις υποδομές, στις μεταφορές, στον τουρισμό, στην τέχνη, στον πολιτισμό.
Ο Καραμανλής δεν έκανε πίσω στις προσωπικές του αρχές, όταν συγκρούστηκε με το Παλάτι και όταν, αποχώρησε για το Παρίσι μετά την ήττα στις εκλογές του 1963, εκλαμβάνοντάς την ως εντολή εξοστρακισμού. Η αυτοεξορία του μεγάλου πολιτικού άνδρα, παρότι κι αυτή λοιδορήθηκε από τους επικριτές του, αποτελεί το μεγαλείο της ψυχής ενός πολιτικού, που άλλο όμοιό του δεν έχει γνωρίσει η σύγχρονη Ελλάδα.
Ο Καραμανλής δεν έκανε πίσω, όταν το 1974 ο λαός τον κάλεσε να παραλάβει το χάος που άφησε πίσω η Χούντα και μία Κύπρο προδομένη κι ενώ κινδύνευε ανά πάσα στιγμή η ίδια η ζωή του. Επέστρεψε, διαχειρίστηκε την εθνική καταστροφή που είχε ήδη επέλθει στο μέτρο του πολιτικά εφικτού, επανόρθωσε τη Δημοκρατία, αποκατέστησε τους θεσμούς, νομιμοποίησε το ΚΚΕ, εργάστηκε για την εμπέδωση κλίματος εθνικής ενότητας, έθεσε την οικονομία και πάλι σε τροχιά ανάπτυξης βελτιώνοντας ταυτόχρονα τη δημοσιονομική της εικόνα και πάνω απ’ όλα και ενάντια στην οργανωμένο πόλεμο του συνόλου των αντιευρωπαϊστών, έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ.
Ο Καραμανλής δεν έμεινε ποτέ πίσω στα δύσκολα.
Πήγαινε καταπάνω στις δυσκολίες και τις υπερέβαινε.
Τις νικούσε.
Προς όφελος, όχι της προσωπικής φήμης του, αλλά της τύχης ολόκληρης της πατρίδας.
Γι’ αυτό η Ιστορία δικαίωσε τον Καραμανλή.
Τον κατέταξε ανάμεσα στις κορυφαίες μορφές ηγετών της Νέας Ελλάδας, δίπλα σε Καποδίστρια και Βενιζέλο.
Τον τοποθέτησε στη συνείδησή του λαού μας ως πραγματικό Εθνάρχη.
Τίποτα και κανένας δε μπορεί να μειώσει τον ηγέτη, τον πολιτικό, τον άνθρωπο. Πόσο μάλλον, απόψεις πολιτικών προσώπων των οποίων το κεφάλαιο της δικής τους πορείας δεν έχει ακόμη κλείσει ολοκληρωτικά και δεν έχει αξιολογηθεί οριστικά.

12 Μαΐ 2009

ΔΕΝ συνομιλώ με τους «Μετωπικούς»







Πληροφορήθηκα πως σε πρόσφατη παρουσίαση στον Πειραιά του βιβλίου «Ριζοσπαστική Δεξιά» του πρώτου επιλαχόντα τοπικού βουλευτή του ΛΑΟΣ κ. Χαρίτου, ο πρόεδρος του Forum 2020 κ. Καραχάλιος είπε ότι «γνώρισε τον Χρήστο Χαρίτο από την ιδεολογική αντιπαράθεση που είχε με τον αναπληρωτή Γραμματέα του (σ.σ. στη Γραμματεία Πολιτικού Σχεδιασμού και Προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας), κ. Γιάννη Μοίρα». Η συγκεκριμένη αναφορά, έλαβε χώρα στην κοιτίδα μου που είναι ο Πειραιάς, ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου και αναπαρήχθη στον τοπικό Τύπο, καθώς και σε διάφορους ιστοτόπους, συμπεριλαμβανόμενου εκείνου του συγγραφέα.
Πραγματικά εξεπλάγην από την αναφορά του κ. Καραχάλιου, διότι την εποχή που ήμασταν μαζί στην κοινή προσπάθεια, του είχα εξηγήσει επισταμένως ότι:
α.- Ο κ. Χαρίτος μαζί με άτομα από τον πολιτικό του κύκλο του παλιού Ελληνικού Μετώπου (που αποτελεί -πλέον- συνιστώσα του ΛΑΟΣ), ενεργούντες ως ψεύτες και συκοφάντες, διαστρέβλωσαν γραφόμενά μου στο περιοδικό «Μετεξέλιξη» της ΝΔ και τα παρουσίασαν με τέτοιο τρόπο ώστε να επιχειρούν εμφανώς να διαβάλουν ηθικά και πολιτικά εμένα - και διά μέσου εμού, να δυσφημήσουν το κόμμα της ΝΔ. Μάλιστα, ακολουθώντας το παράδειγμά τους, ο βουλευτής του ΛΑΟΣ κ. Πολατίδης ήγειρε για μένα ζήτημα από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων. Παρότι του απηύθυνα επιστολή εξηγώντας του τι ακριβώς προέβαλε η αρθρογραφία μου και πόσο ψευδή και συκοφαντικά ήταν εκείνα που μου προσήψε ως ομιλητής στη Βουλή, δε μπήκε στη διαδικασία να ανασκευάσει τους ισχυρισμούς του, αλλά ούτε καν να μου απαντήσει.
β.- Διατηρώντας το δικαίωμα να επιλέγω τους πολιτικούς μου συνομιλητές, δεν υπήρχε ποτέ, ούτε και θα υπάρξει στο μέλλον περίπτωση να εισέλθω σε διάλογο ή σε αντιπαράθεση κανενός είδους, με ανθρώπους της πολιτικής προέλευσης και ιδεολογίας του συγγραφέα. Άλλωστε, όσοι γνωρίζουν τι σήμαινε Ελληνικό Μέτωπο, ενδεχομένως κατανοούν ότι είναι αδύνατο για κάθε σύγχρονο πολίτη και γνήσιο δημοκράτη να δέχεται να έχει οποιασδήποτε μορφής πολιτικά πάρε-δώσε μαζί τους, ακόμη κι αν μιλάμε για σύγκρουση και διαφωνία. Αντιθέτως, ο κ. Χαρίτος κι οι συν αυτώ, αρθρογραφώντας όπου είχαν πρόσβαση, απευθύνονταν αμέσως στο πρόσωπό μου, ενδεχομένως διότι είχαν συμφέρον κι επιδίωξη να καταστούν πολιτικοί συνομιλητές και αντίπαλοι ενός κομματικού υπεύθυνου της ΝΔ.
Δεν επιδιώκω να διορθώσω τον κ. Καραχάλιο στην ανεξήγητη σπουδή του να αρχίσει (μάλιστα!) την ομιλία του με τη συγκεκριμένη αναφορά, αν και θα ‘πρεπε να του δίνει ένα σαφές μήνυμα το γεγονός ότι αυτή ακριβώς την αναφορά του έσπευσαν να διαφημίσουν, ο συγγραφέας και οι φίλοι του. Απλά, επαναλαμβάνω, αποκαθιστώντας ολοκληρωτικά την πραγματικότητα, ότι δεν υπάρχει απολύτως καμμία περίπτωση να εμπλακώ σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις με τους ανθρώπους, στην εκδήλωση των οποίων μίλησε ο κ. Καραχάλιος.

4 Μαΐ 2009

Ένοχοι χθες, υποκριτές σήμερα


Είναι προφανές ότι ο κ. Παπανδρέου νομίζει πως απευθύνεται σε αμνήμονες. Δεν εξηγείται αλλιώς η τοποθέτησή του στην ιστοσελίδα του κόμματός του για ζητήματα Διαφάνειας, ούτε και η επανάληψη των ίδιων ακριβώς θέσεων από το βήμα της αίθουσας Τύπου του κόμματός του, στη μορφή διαγγέλματος. Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ ομιλεί σα να ήρθε στα πολιτικά πράγματα μόλις χθες, εξ ου και παραχωρεί στον εαυτό του το δικαίωμα του τιμητή των πάντων.
Επαναφέρει συνεχώς τη χρήση της λέξης «βούληση» όταν αναφέρεται στο ζήτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς, το οποίο μάλιστα περιγράφει και ως «εθνικό καθήκον».
Δε λέει, όμως, κουβέντα για ποιο λόγο ουδέποτε παρενέβη πολιτικά σε ζοφερά σκάνδαλα που ξεσπούσαν το ένα μετά το άλλο στις κυβερνήσεις στις οποίες ήταν πρωτοκλασάτος υπουργός. Δεδομένου μάλιστα ότι ήταν ο φυσικός φορέας μίας σημαντικής παρακαταθήκης, τόσο για το κόμμα του, όσο και για το πολιτικό σύστημα, θα όφειλε όχι μόνο να κάνει εγκαίρως την παρέμβασή του, αλλά αυτή να ήταν ηχηρή. Αντιθέτως, ο κ. Παπανδρέου προτίμησε να βρίσκει κρησφύγετο στον κόσμο της βελούδινης διπλωματίας και να εμφανιστεί στην αρχή του έτους 2004 ως ο παράκλητος που κατήλθε από τον ουρανό.
Κάνει λόγο για πελατειακή αντίληψη στην άσκηση εξουσίας, για κρατική σπατάλη, για λεηλασία του δημόσιου χρήματος, της περιουσίας του Ελληνικού λαού με ευνοημένους τους ισχυρούς και τους «ημετέρους», για κοινωνική ανισότητα και κοινωνική αδικία και παραμερισμό κάθε έννοιας αξιοκρατίας.
Είναι εξοργιστικό ότι πιστεύει πως μπορεί να διαγράψει από το συνειδητό του πολίτη:
- την ευνοιοκρατική αντιμετώπιση όσων είχαν κάρτα μέλους ΠαΣοΚ ή σύσταση του τοπικού κομματάρχη,
- τις αδικίες από τους λίγους που νέμονταν και λυμαίνονταν το κράτος σε βάρος των πολλών που δικαιούνταν τη φροντίδα του,
- την κοινωνία των δύο τρίτων και των λεγομένων «νεόφτωχων» και μάλιστα σε εποχές που το ΠαΣοΚ ισχυριζόταν πως καταγραφόταν ρεκόρ ανάπτυξης, με εξαιρετικά χαμηλά ελλείμματα,
- την έκρηξη της ανεργίας κοντά στο 12% και μάλιστα, σε περίοδο ολυμπιακής προετοιμασίας.
- τη μεγαλύτερη μεταπολεμικά αναδιανομή πλούτου με τις μετοχές – «φούσκες», όταν οι οικονομίες του μόχθου μιας ζωής πέταξαν από τους λογαριασμούς ενάμισι εκατομμυρίου οικογενειών, στις τσέπες μίας ομάδας «ημετέρων» του συστήματος. Έχει περάσει ελάχιστος καιρός για να ξεχάσει οποιασδήποτε το λεγόμενο «κόμμα του Χρηματιστηρίου», τις εκτιμήσεις του τότε πρωθυπουργού ότι η κεφαλαιαγορά αντανακλούσε τη δυναμική της Οικονομίας, τις διαβεβαιώσεις του κ. Παπαντωνίου ότι η κρίση της Σοφοκλέους θα είχε ημερομηνία λήξης στις εκλογές του Απριλίου 2000.
Τέλος, ο κ. Παπανδρέου ισχυρίζεται πως «με βαθύ αίσθημα δικαίου, ζήτησε (από τον πρωθυπουργό) να προχωρήσει η Βουλή να διαλευκάνει κάθε υπόθεση που βαραίνει τον πολιτικό κόσμο», χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα, ως κάτι «αυτονόητο», διαβεβαιώνει τάχα (και πάλι τον πρωθυπουργό) ότι «….θα με βρίσκατε αλληλέγγυο και υποστηρικτή απέναντι στα όποια συμφέροντα που πιθανά θα εμπόδιζαν την πολιτεία να βάλει τέλος σε αυτή την πρακτική και αυτή αντίληψη», ενώ εκτιμά πως «αξιολογείται και κρίνεται από τον ελληνικό λαό η λειτουργία των θεσμών».

Εδώ, ο κ. Παπανδρέου ξεπερνά κάθε προηγούμενο υποκρισίας και προσβάλει τον κοινό νου. Αφού πιστεύει στη δύναμη του αυτονόητου και ζητεί από τη Βουλή να διαλευκάνει ότι βαραίνει την πολιτική ζωή, ας εξηγήσει:

- Γιατί το κόμμα του και εκείνος προσωπικά ως υπουργός και βουλευτής, απέρριψαν συνολικά 16 προτάσεις για σύσταση Εξεταστικών Επιτροπών, ενώ η ΝΔ ως κυβέρνηση, με δική της πρωτοβουλία, φέρνει στη Βουλή υποθέσεις που αφορούν σε ενέργειες στελεχών των δικών της κυβερνήσεων;
- Γιατί ακόμη και σε υποθέσεις όπως εκείνη της εμπλοκής του κ. Μαλέσιου στο τριπλό σκάνδαλο Altec – Χρηματιστήριο – Ασφάλεια Ολυμπιακών Αγώνων για την οποία ο εισαγγελέας ζητούσε διευρεύνηση των ευθυνών από τη Βουλή, το ΠαΣοΚ έλεγε μονίμως όχι;
- Γιατί το κόμμα του εξήντλησε κάθε περιθώριο χειρισμών προκειμένου να κουκουλώσει τόσο εντός, όσο και εντός Βουλής κραυγαλέα σκάνδαλα που συγκλόνισαν τον τόπο, όπως εκείνο με τις φούσκες της Σοφοκλέους, την υπόθεση ΔΕΚΑ, τις παράνομες Ελληνοποιήσεις, το πολύνεκρο ναυάγιο του «Σαμίνα» μαζί με όλες τις προεκτάσεις αυτής της τραγική υπόθεσης για το πώς μοίραζε το ΠαΣοΚ το παιγνίδι στην ελληνική ακτοπλοΐα;
- Γιατί, ακόμη και σήμερα, δεν φέρνει στο φως της αλήθειας το αποτέλεσμα της έρευνας (εάν και εφόσον ποτέ διεξήχθη) για το ένα εκατομμύριο μάρκα της Siemens που έφερε μέσα στα ταμεία του ΠαΣοΚ, κατά δική του δημόσια ομολογία, ο κ. Τσουκάτος;
- Γιατί, το ΠαΣοΚ ασκεί εκβιαστικές πιέσεις και προχωρεί σε δυσφημιστικές επιθέσεις κατά ανώτατων δικαστικών, προκειμένου να αφαιρεθούν από την αρμοδιότητα και τα καθήκοντά τους σημαντικές υποθέσεις που φαίνεται να βαραίνουν στελέχη του, δείχνοντας έτσι πως το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης πιστεύει μονάχα στο κατά παραγγελία δίκαιο, στη Δικαιοσύνη a-la-carte και στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών μόνο εάν και εφόσον αυτή δεν αντίκειται στο κακώς εννοούμενο κομματικό συμφέρον;
- Γιατί το ΠαΣοΚ ήγειρε άρνηση συνεργασίας σε όλες τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για αντιμετώπιση της διαφθοράς και ειδικότερα στον τομέα του Δημοσίου;

Ενδεχομένως, ο κ. Παπανδρέου προέβη σε αυτή την πρόκληση, προκειμένου να δικαιολογήσει για ποιο λόγο, αντί να ασχολούνται ο ίδιος και το κόμμα του με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας, επιδίδονται σε ένα παραλογισμό σκανδαλολογίας.

Πέφτουν, ωστόσο, στην παγίδα του ένοχου κομματικού παρελθόντος τους, αλλά και της τωρινής τους υποκριτικής και ανεύθυνης στάσης.

Αγνοούν, ωστόσο, ότι ο πολίτης, βλέπει, ακούει, παρακολουθεί, κρίνει.