28 Απρ 2009

Ομιλία για βιβλίο Νίκο Χιδίρογλου με τίτλο "Όχι στην Παλιά Πολή" (Σαλαμίνα 27/4/2009)





Ευχαριστώ την εφημερίδα «Εν Πειραιεί» και τον τοπικό Τύπο του Πειραιά και της Σαλαμίνας για την τιμή που μου κάνουν να με φιλοξενούν ως ομιλητή σε αυτή την εκδήλωση.

Ευχαριστώ το συγγραφέα, δημοσιογράφο και φίλο Νίκο Χιδίρογλου που μου δίνει το έναυσμα να τοποθετηθώ σε μία συγγραφική προσπάθεια, η οποία είναι:
- Ιδιαίτερη ως τη θεματολογία της,
- Αποτελεσματική στο να ερεθίσει τον προβληματισμό του αναγνώστη
- Τίμια σε ότι αφορά τις προθέσεις πίσω από αυτήν.

Ευχαριστώ, φυσικά και όλους εσάς, που συνθέτετε ένα εκλεκτό ακροατήριο. Και θέλω να σας πω πως είμαι ιδιαίτερα συγκινημένος όποτε βρίσκομαι στη Σαλαμίνα, όχι μόνο διότι είμαι γέννημα-θρέμμα Πειραιώτης και η Σαλαμίνα ανήκει στην ευρύτερη περιφέρεια του Πειραιά, αλλά και διότι υπηρέτησα εδώ, στο Ναύσταθμο, δώδεκα μήνες στρατιωτικής θητείας.


Αν και δεν είμαι φιλόλογος, ούτε κριτικός βιβλίων, θα ήθελα να σταθώ λίγο στη μορφή γραφής και αφήγησης του Νίκου Χιδίρογλου, καθώς, εδώ σήμερα μιλάμε για ένα μυθιστόρημα –κι ας είναι πολιτικό / ή και προφητικό σε κάποιες του αναφορές.

Το μυθιστόρημα το διάβασα δύο φορές, μία καλοκαίρι, μία χειμώνα. Μία στη θάλασσα με καύσωνα, μία στο βουνό με χιόνι. Και τις δύο πέρασα καλά με αυτό και το διάβασα χωρίς διακοπή. Είναι εύκολο στην ανάγνωση και ενδιαφέρον στην εξέλιξη. Είναι σημαντικό αυτό, διότι, υποθέτω πως ξεκινά κανείς να γράφει ένα βιβλίο, με πρώτο σκοπό να βρει αναγνώστες για να το διαβάσουν. Και ο εκδότης αναλαμβάνει να το τυπώσει, με την προσδοκία να κάνει πωλήσεις.

Το δεύτερο που έχω πω για την ιστορία που μας παρουσιάζει ο Νίκος Χιδίρογλου είναι πως τη θεωρώ μοναδική ως ένα τοπίο μυθοπλασίας, με ζωηρά πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, καθώς και ποικίλες αναγωγές στο πραγματικό σήμερα και σε ένα όχι εντελώς απίθανο αύριο. Όσοι από σας συμβαίνει να είστε κινηματογραφόφιλοι, ενδεχομένως θα ‘χετε δει το “Matrix” τα τελευταία χρόνια, ή, οι φίλοι του βιβλίου, ενδεχομένως θα ‘χετε διαβάσει το «1984» του Όργουελ. Κάτι ανάλογο επιχειρεί να κάνει και ο Νίκος Χιδίρογλου. Με μία πρωτοτυπία όμως. Το σκηνικό στο οποίο αναφέρεται, είναι η πατρίδα μας. Έτσι, μας δεσμεύει ως αναγνώστες, διότι, λίγο πολύ, όλοι έχουμε την έγνοια πως θα είναι τα πράγματα εδώ, σε κάνα-δυο δεκαετίες.

Ένα τρίτο σημείο που θέλω να σταθώ, είναι πως για τα δικά μας μοντέρνα (σκοπίμως λέω «μοντέρνα» και όχι «σύγχρονα») συγγραφικά και μυθιστορηματικά δεδομένα, το κείμενο είναι ποιοτικό, η αφήγηση λιτή και ο λόγος ευπρεπέστατος.
Σήμερα, καθένας που επιθυμεί να ενισχύσει το κοινωνικό, ή ακόμη χειρότερα, το κοσμικό του προφίλ και να στοιχηματίσει (ούτε καν να επενδύσει) πάνω στο ζήτημα της αναγνωρισιμότητάς του, κάθεται και γράφει από ένα βιβλίο.
Αποτέλεσμα αυτού, είναι να βλέπουμε στις προθήκες ακόμη και των μεγαλύτερων βιβλιοπωλείων μυθιστορήματα, τα οποία, πολλές φορές είναι τίποτα παραπάνω από ένα μίγμα από ίντριγκες, πάθη, έρωτες, ερωτικές απιστίες, ερωτικά τρίγωνα, τετράγωνα, ή πολύγωνα, σεξ (όσο πιο πολύ, τόσο πιο καλά), life-style, μαγκιά, υπερβολή, καθώς και μία αλέγκρα –δήθεν- νεοαστική κουλτούρα.
Η γλώσσα δε, χαρακτηρίζεται από όλα τα στοιχεία που μπορεί να προσφέρει η νεοελληνική αργκώ, πολλές φορές και το υβρεολόγιο. Είμαι σίγουρος ότι ξέρετε για ποια βιβλία μιλάω. Πολλά από αυτά έχουν κάνει ρεκόρ στις πωλήσεις, ενώ συχνά χρησιμεύουν και ως βάση για σενάρια τηλεοπτικών σειρών.
Εδώ, στο βιβλίο του Νίκου Χιδίρογλου, θα βρείτε ψυχική ένταση, αλλά ούτε μία βρισιά. Ειλικρινά! Το πιο προχωρημένο που θα βρείτε είναι ένα «ρε μεγάλε». Εγώ στη θέση του μάλλον θα υπέκυπτα στον πειρασμό να χρησιμοποιήσω έστω τη γνωστή μας λέξη με τα τρία «α». Θα βρείτε δράση, αλλά καθόλου σεξ ή για να ακριβολογούμε, μυθιστορηματική «τσόντα». Ένα αθώο αίσθημα προκύπτει στην πορεία στον πρωταγωνιστή της ιστορίας, το οποίο οδηγεί σε ένα σεμνό γάμο και κάπου αναφέρεται μονάχα ότι οι άνδρες και οι γυναίκες που μετείχαν σε μία στην αντάρτικη ομάδα «Μάχη» συνέβαινε να έχουν κάποιες ερωτικές συνευρέσεις –τίποτα παραπάνω απ’ αυτό.

Επιπλέον, ο δικός μας συγγραφέας, κατασκευάζοντάς μας έναν ήρωα που λατρεύει την ποίηση και την πεζογραφία, μας δίνει την ευκαιρία να διαβάσουμε κομμάτια από λόγια και γραφτά επιφανών Ελλήνων και όχι μόνο…
- φιλοσόφων, από τον Αριστοτέλη έως τον Τόμας Μαν και τον Κορνήλιο Καστοριάδη,
- ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και ο Ρωμαίος Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος,
- ποιητών όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Οδυσσέας Σαγιαδινός, ο Σουρής, η Φραγκίσκη Σταυράκη, έως και ο Βυζαντινός ποιητής του 10ου αιώνα Ιωάννης Καρυώτης Γεωμέτρης (τον οποίο, οφείλω να ομολογήσω, αγνοούσα παντελώς, ούτε καν τον είχα ποτέ μου ξανακούσει),
- πεζογράφων από το Φώτη Κόντογλου μέχρι και το Φίοντορ Ντοστογιέφσκι,
- επιφανών πολιτικών μορφών όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας
- πατέρων της Εκκλησίας μας όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης.
Αυτά τα κομμάτια και μόνο που μας παραθέτει αυτούσια ο Νίκος Χιδίρογλου, αποτελούν εγχείρημα μιας ουσιαστικής προσφοράς προς τον αναγνώστη.

Πάμε λίγο και στην υπόθεση…

Στο «Όχι στην Παλιά Πόλη», υπάρχουν ένας κύριος πρωταγωνιστής, τα παιδιά του που άφησε πίσω τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει ένας αναχωρητής και ένας άστεγος του δρόμου, η γυναίκα του που είναι πρωτοκλασάτο μέλος σε ένα καταπιεστικό καθεστώς Νεοταξικών («Νέα Πορεία») που έχουν κηρύξει έκνομα καθετί που είναι εθνικό ελληνικό και χριστιανικό ορθόδοξο. Άλλοι χαρακτήρες στο μυθιστόρημα είναι οι διάφορες φιγούρες άλλων αστέγων και αναχωρητών μες στη νεκρή «βιομηχανική ζώνη» της Αθήνας, οι «Μαύροι» που είναι ομάδες ανταρτών της εθνικιστικής οργάνωσης «Μάχη». Οι «Μαύροι» έχουν αρχηγό τον επονομαζόμενο «Μπροστάρη» και οργανώνουν ένοπλη κίνηση ανατροπής του καθεστώτος. Στους «Μαύρους» ανήκει και μία δασκάλα που παντρεύεται στοτέλος ο πρωταγωνιστής. Άλλοι χαρακτήρες είναι οι μαφιόζοι, οι προαγωγοί και οι ηθικά παρακμιακοί θαμώνες στα μπαρ και στα πορνομάγαζα της Παλιάς Πόλης. Και φυσικά, οι επικεφαλείς και οι συντελεστές του καθεστώτος της «Νέας Πορείας».
Δεκάδες φιγούρες, μέσα σε διακόσιες σελίδες.
Και όμως…
Δε μαθαίνουμε ποτέ, πώς λέγεται καθένας από αυτούς.
Ούτε στο όνομα, ούτε στο επώνυμο.
Όπως ακριβώς το ακούτε!
Ακόμη και για τον πρωταγωνιστή δε μαθαίνουμε καν το μικρό του όνομα. Αν λέγεται Γιάννης ή Γιώργος, Δημήτρης ή Κώστας, Τάκης η Σάκης, Γρηγόρης ή Σταμάτης.
Παράλειψη του συγγραφέα; Μάλλον απίθανο…
Έχω την εντύπωση, πως ο Νίκος Χιδίρογλου δε θέλει να μας παρουσιάσει ένα σύμπλεγμα προσώπων, ούτε καν ένα πλέγμα καταστάσεων, αλλά την ιστορία μίας ιδεολογικής σύγκρουσης στην οποία, τα πρόσωπα που μετέχουν, δε μπαίνουν καν στη διαδικασία να αυτοσυστηθούν, καθώς και δεν έχει τόση σημασία η προσωπική πορεία τους, όσο η ιδεολογία τους ως τόπος προέλευσης, η δράση τους ως μέσο μετάβασης και οι τελικές συνειδητές ταυτίσεις τους ως τόπος προορισμού.
Πετούν όνομα, επώνυμο, στοιχεία ταυτότητας και ότι τους αφορά προσωπικά στο καλάθι των αχρήστων, παραμερίζουν το «εγώ» τους και υπηρετούν το ένα στρατόπεδο ή το άλλο, μαζί με τις ιδέες και τους σκοπούς κάθε στρατοπέδου.
Αυτό, είναι ένα σημείο που θέλω να τονίσω.
Οι χαρακτήρες της ιστορίας απαρτίζουν σύνολα και δεν ενεργούν ως άτομα. Κάτι, που ενδεχομένως φαίνεται αλλόκοτο στη σημερινή εποχή του της ατομικότητας και του ατομισμού. Της εγωπάθειας και του εγωκεντρισμού.

Ο κύριος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος στην αρχή ζει μονάχος και νιώθει μοναχικός.
Ζει στην απομόνωσή του, στις σκέψεις του, στις αναμνήσεις του. Ζει μέσα στα κουρέλια και στα χαρτόκουτά του.
Από τη μία πλευρά παρατηρεί το καθεστώς της «Νέας Πορείας», στέλεχος της οποίας είναι η σύζυγός του.
Τι είναι η Νέα Πορεία; Μία αριστεριστική διεθνιστική αθεϊστική μηδενιστική πολιτική συνιστώσα του συστήματος, που έγινε ζευγάρι με κάποιους νεοφιλελεύθερους. Κουμπάροι στο γάμο αυτό, οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον που λειτουργούν κι επίσημα ως διεθνή διευθυντήρια. Μάρτυρες, ένας επεκτατικός και επιθετικός σε βάρος των γηγενών Ελλήνων, πληθυσμός αλλοδαπών – μεταναστών.
Το καθεστώς της «Νέας Πορείας» επιχειρεί να φυλακίσει στο παρελθόν (ένα σκοτεινό παρελθόν –κατ’ αυτούς) Έθνος και Ιστορία, Ελληνισμό και Παράδοση, Πατρίδα και Θρησκεία, Σημαία και Εκκλησία, χρησιμοποιώντας τις πιο σκληρές κατασταλτικές μεθόδους.

Από την άλλη πλευρά, ο πρωταγωνιστής παρατηρεί τη «Μάχη»,την ομάδα μαυροντυμένων ανταρτών με αρχηγό το «Μπροστάρη». Οι «Μαύροι», όπως ονομάζει τους αντάρτες ο συγγραφέας λατρεύουν ακριβώς ότι η «Νέα Πορεία» μισεί και με ένοπλη ανατρεπτική δράση επιδιώκουν να στήσουν ξανά από την αρχή, μία Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών. Ευτυχώς, στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζει το συμπληρωματικό «άνευ Βουλής κι εκλογών», αν και δε μπορώ να καταλάβω τι ισχύ, ή τι νόημα μπορούν να έχουν η Βουλή και οι Εκλογές, σε μία κατάσταση σαν αυτή που περιγράφεται στο μυθιστόρημα, η οποία, αλλάζει χέρια από ένα καθεστώς Νεοταξικών σε ένα πραξικόπημα Εθνικιστών ή τανάπαλιν.
Μία διευκρίνιση εδώ παρακαλώ, για να ορίσω το μέτρο της δικής μου αυθαιρεσίας. Τη «Νέα Πορεία», την αποκαλώ Νεοταξική εγώ. Τη «Μάχη», την αποκαλεί Εθνικιστική ο συγγραφέας.

Για να πολιτικοποιήσω λίγο παραπάνω την κουβέντα και να δώσω και το δικό μου στίγμα σε όλα τα προηγούμενα, στα δικά μου μάτια, είναι ακραίοι εκείνοι της «Νέας Πορείας», είναι ακραίοι και οι άλλοι της «Μάχης».
Οι πρώτοι διεκδικούν το μονοπώλιο της προοδευτικότητας, και την έχουν επιβάλει με το ζόρι, κατά τον τρόπο που την αντιλαμβάνονται.
Οι άλλοι διεκδικούν το μονοπώλιο του πατριωτισμού, στο μέτρο της βαρύτητας που εκείνοι θεωρούν ως πρέπον.
Ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν βλέπουν πουθενά, τίποτα ενδιάμεσο. Γι’ αυτούς, δεν υπάρχει το μέσο. Το μεσαίο. Το έμμετρο. Το μετριοπαθές.

Οι άνθρωποι της «Νέας Πορείας» σιχαίνονται για παράδειγμα την ιδέα της κυριαρχίας, ακόμη και της διατήρησης της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας του ‘Έλληνα, αλλά από την άλλη πλευρά, οι «Μαύροι» δείχνουν να μη μπορούν καν να ανεχτούν ούτε ως ο ασθενής το κινίνο τη σημασία του να ενυπάρχει εντός του ομογενούς συνόλου, η διαφορετικότητα. Οποιουδήποτε είδους: φυλετικού, ιδεολογικού, προσωπικού.

Η «Νέα Πορεία» χρησιμοποιεί σύγχρονα τεχνολογικά μέσα εναντίον των αντιπάλων τους, και οι «Μαύροι» για να επαναστατήσουν σηκώνουν τα τουφέκια. Και όποιος φάει τελικά τον άλλον.

Η «Νέα Πορεία» έχει Τούρκους στρατιωτικούς συμβούλους και Αμερικανοβρετανούς πραίτορες σε μία πολυεθνική αστυνομία, οι «Μαύροι» προκειμένου να επιτύχουν στην επανάστασή τους, κάνουν συμφωνίες με τους Ρώσους μαφιόζους.

Εγώ εδώ δε βλέπω τη σύγκρουση ενός στρατοπέδου εχεφρόνων, εναντίον ενός στρατοπέδου αφρόνων, ή παραφρόνων. Δε μπορώ να δω σωστούς και λάθος. Καλούς και Κακούς.

Εδώ βλέπω ένα μέτωπο οξείας αντιπαράθεσης κάποιων φανατικών του ΣΥΡΙΖΑ με κάποιους φανατικούς του ΛΑΟΣ και ομολογουμένως δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω, τις βίαιες, επιθετικές ταλαντώσεις αυτών των δύο άκρων.

Όταν δε, πιάνουν δουλειά τα όπλα στην αντιπαράθεση «Νέας Πορείας» και «Μάχης», τότε είμαι σίγουρος πως βλέπω οδομαχία στη λεωφόρο Πανεπιστημίου ανάμεσα στους κουκουλοφόρους των Εξαρχείων (εκείνους που καλύπτει πολιτικά ο κ. Αλαβάνος παρουσιάζοντάς τους ως αυθορμήτως εξεγερθέντες νεολαίους) και στα … «παιδιά της Χρυσής Αυγής» (που καλούσε από τον τηλεοπτικό του άμβωνα ο κ. Καρατζαφέρης για να πάρουν κι αυτά ένα υπουργείο σε μία Δεξιά Κυβέρνηση).

Μπορεί κάποιος από τους άλλους ομιλητές, ή ο ίδιος ο συγγραφέας, να εγείρουν κάποια ένσταση για το πώς περιγράφω τους «Μαύρους» της οργάνωσης «Μάχη».
Δεν εννοώ σε καμία απολύτως περίπτωση ότι έχει σχέση με την Ακροδεξιά ο άνθρωπος που τιμά την παράδοση και την ιστορία, υπερασπίζεται και προάγει τη χριστιανική πίστη και την εθνική ταυτότητα, δίνει προβάδισμα στη διατήρηση της ελληνικότητας του χαρακτήρα του τόπου και της κοινωνίας μας. Αυτά τα κάνω κι εγώ, συνειδητά και πιστά και νομίζω πως συμφωνούμε αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι.
Αλλά όταν ο «Μπροστάρης» στρατολογεί τον πρωταγωνιστή λέγοντάς του «είτε είσαι μαζί μας, είτε θεωρείσαι εχθρός μας», όταν ο ίδιος χαρακτήρας αναπτύσσει προφορικά με πάθος (κακός οδηγός το πάθος για τον άνθρωπο) και οργή (ακόμη χειρότερος οδηγός η οργή) τα χαρακτηριστικά της εθνοσωτήριας, καθαρτήριας, μεσσιανικής αποστολής του, τότε αυτή η συμπεριφορά μου φέρνει λίγο στο μυαλό τη φιλοσοφία της ομάδας Μπους, Τσένι, Ράμσφλεντ και Κοντολίζα Ράις.

Εν πάση περιπτώσει, για να κλείσουμε το κεφάλαιο της σύγκρισης ή της σύγκρουσης (όπως θέλετε πάρτε το) «Νέας Πορείας» και «Μάχης», για κοινωνική ανάπλαση χρησιμοποιεί την τυραννική της δράση η πρώτη, για εθνική αναδόμηση σηκώνει τα όπλα η δεύτερη. Και όποιον πάρει ο Χάρος.
Ψάχνω να βρω, μέσα στο γενικό χαμό ανθρώπους σαν και μένα, που νομίζω (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι ανήκω σε μία πλειοψηφία που πιστεύει στο Χριστό, αλλά πιστεύει και στην πρόοδο και στην εξέλιξη, που λατρεύει την Ελλάδα, αλλά δίνει το χέρι και στον ξένο και δε μπορώ να τον βρω πουθενά. Μάλλον κάθεται στη γωνία, μη φάει καμιά σφαίρα, είτε νεοταξική, είτε εθνικιστική.

Ο «Ιός» της κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας έγραψε για το βιβλίο ότι ευαγγελίζεται εθνικιστικό πραξικόπημα και οι συντάκτες του στοχοποιούν το Νίκο Χιδίρογλου –επαγγελματικά, προσωπικά και πολιτικά. Από την άλλη πλευρά, έντυπα και ιστότοποι που αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικιστικοί, το παρουσιάζουν σχεδόν ως Βίβλο. Εγώ, διαβάζοντάς το, ένιωσα πόσο σοφή και σωστή επιλογή είναι για την πατρίδα μας, την κοινωνία μας, την οικογένειά μας, τον εαυτό μας να τηρούμε τη λογική του μέτρου και συνάμα, το μέτρο της λογικής.

Είμαι αντίθετος στο ότι υπάρχουν μονάχα ο δρόμος της Αρετής και ο δρόμος της Κακίας.
Ότι ο κόσμος είναι άσπρο και μαύρο.
Ότι η κοινωνία είναι άγγελοι και διάβολοι.
Ότι η πολιτική είναι ρήξη ή υποταγή.
Ότι οι πολιτικοί είναι πατριώτες, ή προδότες.
Ότι εμείς είμαστε οι απολύτως σωστοί και οι απέναντι είναι οι απολύτως λάθος.
Ότι οι έτσι είναι οι αδάμαντες και οι αλλιώς είναι οι άνθρακες.
Ότι οι Έλληνες χωρίζονται σε θησαυρούς και σε σκουπίδια.

Σε όλα υπάρχει το μέτρο και ειδικότερα όσοι είναι λάτρεις της αυθεντικής ελληνικότητας, ή να το πω κι αλλιώς, λάτρεις της ελληνικής αυθεντίας, προφανώς θα έπρεπε να βάζουν το μέτρο σε πρώτη μοίρα τόσο στις αποφάσεις, όσο και στις συμπεριφορές τους.

Αυτό, ισχύει βεβαίως και για τους πολιτικούς και την πολιτική, η αποστολή των οποίων πρέπει να είναι να υπηρετούν τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, όχι μόνο τις οικονομικές και τις κοινωνικές, αλλά μαζί και τις ηθικές και τις ψυχικές και όχι να υπηρετούν μονάχα τις δικές τους εμμονές και αγκυλώσεις, το δικό τους εγωισμό και την φιλαρέσκεια.
Να επιζητούν τη σύνθεση και τη συμφωνία για το όφελος του κοινωνικού συνόλου και όχι τη σύγκρουση και τη διαμάχη για τα κεκτημένα μιας κλειστής παρέας.

Επιστρέφοντας στο μυθιστόρημα και κλείνοντας ότι έχω να πω, θα προτιμούσα ο πρωταγωνιστής, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος να μην ενταχτεί σε κανένα στρατόπεδο, ή και να προσφέρει θυσία τον εαυτό του κατά μία έννοια, προκειμένου να πέσουν οι από ‘κεί τύραννοι, αλλά να μην ανεβούν οι από ‘δώ.
Ο ήρωας, τελικά πάει με τους δεύτερους, τους πραξικοπηματίες εθνικιστές της "Μάχης" και γίνεται και υπουργός τους, αλλά κάπως η κατάσταση σώζεται γι’ αυτόν (και μαζί και η ψυχή του μαζί υποθέτω), όταν προσπαθεί να κρατήσει σε κατάσταση πολιτικής ηρεμίας και νηφαλιότητας συνάδελφούς του βουλευτές και υπουργούς που διακατέχονται από αναβράζοντα φανατισμό, ή, όταν επιζητεί την προσωπική του κάθαρση, ψιθυρίζοντας προσευχές και επισκεπτόμενος ξωκλήσια στο τέλος του μυθιστορήματος.

Ή να το πω αλλιώς.

Εάν, ως εκ θαύματος, με έπαιρνε κάποιος στα χέρια του και με πετούσε μέσα στις σελίδες του βιβλίου στη θέση του πρωταγωνιστή, τότε, θα γύριζα την πλάτη στη «Νέα Πορεία», θα γύριζα την πλάτη στη «Μάχη» και θα στρεφόμουν προς την υπέργηρη γιαγιά, με τα ροζιασμένα χέρια, που συνάντησε ο πρωταγωνιστής, στο τέλος του μυθιστορήματος, σε ένα απομονωμένο νησί. Μια γιαγιά που είχε μονάχα μια κουβέντα να πει: «την ευχή μου γιόκα μου». Στο πρόσωπο αυτής της γιαγιάς συμβολίζονται η κληρονομιά μας από το χθες και η αποστολή που έχουμε το χρέος να φέρουμε σε πέρας σήμερα.

Ευχαριστώ που με ακούσατε. Συγχαρητήρια και στο Νίκο για τη δουλειά του και σε όλους εσάς για αυτή τη σημαντική εκδήλωση.

1 σχόλιο:

Γιώργος Πετούνιας είπε...

Είστε ακραίος κύριε. Από τα δεξιά.