24 Μαρ 2009

Ομιλία για βιβλίο Γιάννη Βασιλακόπουλου με τίτλο«Περιγράφοντας το χθες, γράφοντας για το αύριο: Η Κοινωνική Δεξιά κόντρα στην ελίτ της Μεταπολίτευσης"


Μετά από χρόνια στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στη δουλειά, έχω καθιερώσει το δικό μου τρόπο ανάγνωσης και κατανόησης κειμένων. Κάθε βιβλίο ή κείμενο, συνήθως το διαβάζω μία και έξω, με ελάχιστες μικρές διακοπές και αν το βρω γενικά ενδιαφέρον, τότε κάνω μία δεύτερη ανάγνωση, πιο προσεκτική και στέκομαι σε επιμέρους ζητήματα κρατώντας σημειώσεις. Στο βιβλίο του Γιάννη Βασιλακόπουλου, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, στάθηκα σε δεκάδες σημεία, κρατώντας αδιάκοπα σημειώσεις με ένα μολύβι τη μύτη του οποίου χρειάστηκε να ξύσω όχι λίγες φορές.
Δεν έχει σημασία αν οι σημειώσεις μου κατέγραφαν τη συμφωνία, ή τη διαφωνία μου. Έχει μεγάλη σημασία ωστόσο ότι σημείωνα διάφορες δικές μου σκέψεις, υποκινούμενος από τις σκέψεις που αναπτύσσει ο συγγραφέας. Ικανοποιήθηκε δηλαδή πλήρως ο πρωταρχικός στόχος που έθεσε ο ίδιος ο Γιάννης Βασιλακόπουλος όπως το ομολογεί συχνά ο ίδιος στο γραπτό του, δηλαδή, να ωθήσει τον αναγνώστη του σε μία δίοδο προβληματισμού αναφορικά με την πορεία που έχει πρόσφατα διαγράψει και την πορεία που έπεται να ακολουθήσει εκείνο το κομμάτι πάνω στον οριζόντιο άξονα του πολιτικού μας συστήματος, το οποίο ορίζεται ως Δεξιά.
Ο συγγραφέας μας εντάσσει σε μία ανοιχτή συζήτηση, όχι απλά με πολιτικό, αλλά και ιδεολογικό περιεχόμενο, και μάλιστα, σε μία εποχή που η Πολιτική προσπερνά τις Ιδέες. Σε μία εποχή, που φαίνεται πως η ζωή στην Ευρώπη και στον κόσμο δεν καθορίζεται από πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται έπειτα από σύγκριση ή και σύγκρουση ιδεών και ιδεολογιών που αναπτύσσουν από μόνες τους αυθεντικά οι κοινωνίες, αλλά από τις αυτοματοποιημένες, τυποποιημένες ντιρεκτίβες μίας κυρίαρχης τάξης, που αποτελεί το παιδί από το γάμο μίας πολιτικής αριστοκρατίας που έκανε το δειλό ξεκίνημά της μεταπολεμικά, καθιερώθηκε και ήκμασε μέχρι το τέλος του περασμένου αιώνα και επιβιώνει με πείσμα μέχρι σήμερα, με τη νεότευκτη οικονομική κάστα εκείνων που έχουν όλες και όλοι συνηθίσει να αποκαλούν golden boys («χρυσά αγόρια»), των ανθρώπων δηλαδή που ελέγχουν την κυκλοφορία του πλούτου που παράγουν οι πολλοί, σε κλειστά κυκλώματα που νέμονται οι λίγοι.
Ο Γιάννης Βασιλακόπουλος γράφει με την απλότητα ενός φιλοσοφημένου ανθρώπου. Δεν κατασκευάζει δύσκολες έννοιες ώστε να προκαλέσει σκόπιμη σύγχυση, κάτι που κάνουν πολλοί πολιτικοί συγγραφείς, οι οποίοι πιστεύουν, ότι όσο λιγότερο τους καταλαβαίνουν οι αναγνώστες, τόσο περισσότερο εξιδανικεύονται στα μάτια τους. Δεν κάνει επίδειξη μόρφωσης, δε μπλέκεται σε περίπλοκα συντακτικά και γραμματικά σχήματα, διότι προφανώς δεν έχει τη ματαιοδοξία να αισθανθεί ως ευφυής πομπός απέναντι σε αφελείς δέκτες, ή ως ένας επαΐων απέναντι σε αδαείς. Κάποιες στιγμές, ενδέχεται να περνά στον αναγνώστη την εντύπωση ότι γράφει από ελεύθερα έως άναρχα, αλλά σε μία σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα όπου οι ιδέες ασθενούν και οι σκέψεις ατονούν μπρος στην καταπιεστική απολυτότητα όχι του μέτρου, αλλά του μετρίου, είναι ανάγκη να συλλογάται κανείς και να δρα, όχι απλά ελεύθερα, αλλά κάπου – κάπου και άναρχα. Αλλιώς, ο νους μας θα ατροφήσει μέσα στο γύψο της επιβολής.

Το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακόπουλου, χωρίζεται σε δυο κομμάτια:
- Στο πρώτο κομμάτι, παρουσιάζει μία πλατιά περιγραφή αναφορικά με τα δρώμενα που εξελίσσονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο και αναπτύσσει ένα μανιφέστο για μία Κοινωνική Δεξιά, όπως θα την ήθελε ο ίδιος να προσδιορίζεται ιδεολογικά και να λειτουργεί πολιτικά.
- Στο δεύτερο κομμάτι, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ανάλυση της πορείας που είχε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας εντός του πολιτικού μας συστήματος, με έμφαση στις συγκρούσεις μεταξύ προσώπων, ομάδων, τάσεων, ακόμη και εσωτερικών συμφερόντων, ενώ, όπως είναι φυσιολογικό, αφιερώνει σημαντικό χώρο και χρόνο να εξηγεί, σύμφωνα πάντα με τη δική του έμπειρη και ζωηρή ματιά, πως ανήλθε ο Κώστας Καραμανλής στο αξίωμα του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, πως εξελίχτηκε άμεσα από εκλεγμένο πρόεδρο σε πανίσχυρο αρχηγό, πως κατέκτησε μετά από μία δύσκολη επταετία στην αντιπολίτευση το δικαίωμα να γίνει πρωθυπουργός και πως εξελίσσεται από το 2004 έως σήμερα η εικόνα αναφορικά με την Κυβέρνηση.
Δε θα σταθώ στο δεύτερο κομμάτι. Αντί να αναλύσω το τι έκαναν οι παλιοί αρχηγοί της ΝΔ και πως λειτούργησαν τα πρόσωπα, τα ρεύματα και τα συμφέροντα εντός του κόμματος, θα προτιμούσα να αφιερώσω τον εναπομείναντα χρόνο της τοποθέτησής μου, στο πρώτο κομμάτι που το βρίσκω πιο ιδεολογικό και κυρίως, πιο προκλητικό. Για να μην παρεξηγηθώ όμως, να εξηγηθώ στο εξής… Στη συζήτηση που θα ακολουθήσει, είμαι έτοιμος να δεχτώ ερωτήσεις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ΝΔ, απαντώντας πρωτίστως ως πολιτικό πρόσωπο που μιλά ελεύθερα (σαν το φίλο Γιάννη εδώ), δευτερευόντως ως κομματικός αξιωματούχος που έχει άποψη για την ιδεολογία και την πορεία του κόμματος και που δε φοβάται να την εκφράσει και ελάχιστα ως απολογητής επιλογών ή συμπεριφορών από στελέχη της κυβέρνησης, με τις οποίες βρίσκω τον εαυτό μου να μην είναι πάντα σύμφωνος.
Πάμε λοιπόν, στο πρώτο κομμάτι του βιβλίου…
Αναπτύσσοντας τις σκέψεις και τις προσδοκίες του για μία Κοινωνική Δεξιά, ο Γιάννης Βασιλακόπουλος παρουσιάζει μία στερεή ιδεολογική πλατφόρμα, με διάφορες συγκεκριμένες και σαφείς επιλογές ανά πολιτικό τομέα. Το κείμενό του, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί άνετα ως πρόπλασμα, ή ως βάση εισήγησης για το μανιφέστο ενός κόμματος, το οποίο, θα μπορούσε, σε θεωρητικό επίπεδο πάντα, να είναι ένας από τους κεντρικούς παράγοντες μίας κατατετμημένης κεντροδεξιάς παράταξης, σε ένα σύστημα που δε θα είχε τη δικομματική, ή αν θέλετε διπολική αμεταβλητότητα του δικού μας δημοκρατικού συστήματος. Διαβάζοντας τις προτάσεις του συγγραφέα στη σύνθεσή τους, αλλά και καθεμιά ξεχωριστά σε ότι αφορά την Οικονομία, την Υγεία, την Παιδεία, το Μεταναστευτικό, τη σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και εθνικών – κρατών, την υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη, το ρόλο του βουλευτή κ.λ.π. μου θύμισε καθόλου «Δράση» του Μάνου, αρκετά «Νέα Δημοκρατία» του Κώστα Καραμανλή, κατ’ ελάχιστη προσέγγιση «ΛΑΟΣ», αλλά τίποτα απ’ όλα αυτά κατά τρόπο απόλυτο. Έχοντας την εμπειρία των ευρωπαϊκών κομμάτων θα έλεγα ότι πιο πολύ μου θύμισε κόμματα χριστιανοκοινωνιστικής κεντροδεξιάς κατεύθυνσης που συναντά κανείς στην Κεντροδυτική και Βορειοδυτική Ευρώπη. Σε ‘κείνα τα μέρη όμως, τα δημοκρατικά συστήματα είναι χτισμένα στο πρότυπο της ποικιλότητας και πολυτασικότητας στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και της συναινετικότητας στη διαμόρφωση συμμαχικών σχημάτων διακυβέρνησης. Επομένως, εκεί, μία στιβαρή πλατφόρμα που δεν έχει τρύπες για να μπάζει σκόρπιες ιδέες από παντού, είναι αποδεκτή και είναι εφικτή.
Εδώ, το σύστημά μας είναι ακόμη δικομματικό – κατά άλλους διπολικό. Υπάρχει επισήμως η Άκρα Δεξιά (και ας λέει ότι θέλει ο Καρατζαφέρης), η Λενινιστική Σταλινιστική Αριστερά (όπως επιβεβαιώθηκε στο τελευταίο συνέδριο του ΚΚΕ), ο ΣΥΡΙΖΑ της αριστερής μπουρζουαζίας και των κατά τόπους μπαχαλάκηδων και φυσικά, τα δύο κόμματα εξουσίας, η Νέα Δημοκρατία και το ΠαΣοΚ.
Η Νέα Δημοκρατία ορίζεται ως κεντροδεξιό φιλελεύθερο κόμμα με κάποια συντηρητική πτέρυγα και το ΠαΣοΚ ως κεντροαριστερό σοσιαλιστικό κόμμα με κάποια πιο χαλαρή προς τα αριστερά πτέρυγα. Μιλώντας πρακτικά και έχοντας το νου μας σε εκλογές, όπου στόχος καθενός εκ των δύο κομμάτων είναι η επικράτηση, η ΝΔ επιζητεί να περικόψει τις διαρροές της συντηρητικής της πτέρυγας προς την Άκρα Δεξιά και αντίστοιχα, το ΠαΣοΚ επιζητεί να μειώσει τις διαρροές του προς το ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα και τα δύο κόμματα επιχειρούν πάση δυνάμει να επεκταθούν στο μεγάλο κρίσιμο χώρο του Πολιτικού Κέντρου (και όχι του Μεσαίου Χώρου, όρο με τον οποίο ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντα αντίθετος), οι ψηφοφόροι του οποίου άλλοτε κλείνουν προς το ένα κόμμα και άλλοτε προς το άλλο, με βάση το ποιο καταγράφει τη φθορά του και ποιο χτίζει την επιρροή του.
Όπως καταλαβαίνουμε όλοι, με αυτό το σύστημα που σας περιέγραψα, Νέα Δημοκρατία και ΠαΣοΚ προσπαθούν να ενώσουν σε μία πολιτική γραμμή, διάφορα ιδεολογικά σημεία και στοιχεία που είναι διάσπαρτα στο χώρο και επομένως, η γραμμή που χαράσσουν δεν είναι ποτέ ευθεία, αλλά πάντοτε τεθλασμένη.
Επιστρέφοντας στις αναζητήσεις του Γιάννη Βασιλακόπουλου για μία Κοινωνική Δεξιά, εκτιμώ ότι με το ισχύον δημοκρατικό και πολιτικό μας σύστημα, δικομματικό και πλειοψηφικό στη βάση και στον ορισμό του, η καθαρότητα μίας Κοινωνικής Δεξιάς είναι αδύνατη, ενώ δυνατή είναι μόνο η πρόσμιξη σε μία κοινή ιδεολογική πλατφόρμα στοιχείων μίας όχι άκρας, αλλά πάντως συντηρητικής Δεξιάς με έντονα πατριωτικά (όχι εθνικιστικά), θρησκευτικά (όχι χριστιανοφανταμενταλιστικά), φιλολαϊκά (όχι λαϊκιστικά) [για όλα τα όχι που λέω, υπάρχει αρμόδιος κομματικός φορέας έκφρασης, το ΛΑΟΣ], με μία φιλελεύθερη, όχι μόνο στην οικονομική, αλλά και στην πολιτική της κατεύθυνση, ομάδα που κινείται πάνω στο Πολιτικό Κέντρο και με κατεύθυνση προς τα δεξιά. Το πώς ταιριάζει τώρα το ένα, με το άλλο, εκεί έγκειται η ικανότητα του διαχειριστή, του επικεφαλής, που επιτυγχάνει υγιείς συνθέσεις και λειτουργικά σχήματα. Μακάρι, να υπήρχαν κόμματα με λιγότερες προσμίξεις και καθαρότερες θέσεις, αλλά αυτό θα συμβεί μονάχα εάν και όποτε φτάσει το δικό μας σύστημα στο σημείο της πολιτικής ωριμότητας και της συναινετικότητας συστημάτων άλλων κρατών όπως είναι η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Σουηδία κ.α.
Επειδή η εισήγηση του συγγραφέα μας είναι άκρως ενδιαφέρουσα ως υπόθεση μελέτης και μοχλός προβληματισμού, ας σταθούμε λίγο στο τι προτείνει για την Κοινωνική Δεξιά. Εδώ, να ανοίξω μία παρένθεση και να του πω, όχι με την αυθεντία ενός ειδικού, αλλά με την ευθύτητα του άμεσου πολιτικού συνομιλητή και ειλικρινή φίλου του, ότι θα ‘ταν προτιμότερο δίπλα στο κοινωνική, πατριωτική Δεξιά να μη βάζει το ριζοσπαστική, υπό την έννοια ότι η ονομασία Radical Right παραπέμπει στο Jean Mari Lepen αν στεκόμαστε από την από ‘δώ όχθη του Ατλαντικού και σε φράξιες που δίπλα τους ο Dick Cheney φαντάζει Che Guevara αν στεκόμαστε από την απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Εξάλλου, αυθεντικοί εκφραστές της Ριζοσπαστικής Δεξιάς εδώ στην Ελλάδα, δηλώνουν ούτε καν οι εναπομείναντες χουντοεπενίτες που ανήκουν στις τάξεις του ΛΑΟΣ, αλλά η συνιστώσα του που προέρχεται από το «Ελληνικό Μέτωπο», πρωτοξάδελφο -για όσους δε γνωρίζουν- της «Χρυσής Αυγής».
Σύμφωνα με το συγγραφέα, η Κοινωνική Δεξιά πρέπει να διατηρεί ειδική θέση στην ιδεολογική της πλατφόρμα για τη διαφύλαξη της εθνικής μας ταυτότητας, την προώθηση των εθνικών μας θέσεων. Συμφωνώ και επαυξάνω. Όλα αυτά θα ‘πρεπε να είναι προτεραιότητες όλων των κομμάτων και όχι μόνο της οποιασδήποτε Δεξιάς. Βέβαια, η εξωτερική πολιτική και η διπλωματία είναι πάντα ένας συγκερασμός ρήξεων και συμβιβασμών, επομένως είναι αναγκαίο να ορίσουμε εθνικά που πρέπει να στηρίζουμε τη ρήξη και που να ανεχόμαστε το συμβιβασμό και κυρίως, πώς να πείθουμε για την επιχειρηματολογία πάνω στη βάση της χρησιμότητας των θέσεών μας και των απόψεών μας για όφελος των συμμάχων μας, για όφελος των οργανισμών που ανήκουμε και για όφελος της περιφερειακής και διεθνούς ειρήνης και σταθερότητας. Με την πειθώ, την υπομονή, την επιμονή, αλλά κυρίως με το marketing που κάνεις για να πλασάρεις το συμφέρον σου, χτίζεται η διπλωματία και η εξωτερική πολιτική και όχι με εμμονές, υστερισμούς, ψευτοτσαμπουκάδες και με την αλαζονεία ότι λόγω Αριστοτέλη, Πλάτωνα και Σωκράτη, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι μας χρωστούν χιλιάδες χρόνια μετά, να μας κάνουν όλα τα χατίρια, χωρίς καν τους δώσουμε να καταλάβουν τι ακριβώς υποστηρίζουμε.
Για τη Μετανάστευση, ο συγγραφέας προτάσσει ότι πρέπει να δούμε πόσους μετανάστες σηκώνει η χώρα μας, κάτι με το οποίο δε μπορεί να διαφωνήσει κανείς, αρκεί να υπάρξει τρόπος να ελεγχθεί το φαινόμενο της λαθραίας εισόδου τους, κάτι που μόνο με μία ενιαία, οργανωμένη, χρηματοδοτούμενη ευρωπαϊκή πολιτική συνόρων μπορεί να γίνει και να δρομολογηθεί η σταδιακή ενσωμάτωσή τους στον κοινωνικό ιστό, κάτι με το οποίο επίσης συμφωνώ. Βέβαια, είναι ανθρωπιστικά, κοινωνιολογικά και κοινωνικά επιβεβλημένο να γίνει -εδώ και τώρα- κάτι με τα διακόσιες χιλιάδες παιδιά που ‘χουν γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ και ενώ διψούν να νιώσουν Ελληνόπουλα (έστω ξενικής καταγωγής) η Πολιτεία τα αντιμετωπίζει ως επί μακρόν διαμένοντες αλλοδαπούς. Συχνά δε, από κενά και γκάφες του νόμου, χαρακτηρίζονται παράνομα, χωρίς καν τους δίνονται τα βασικά χαρτιά τους. Για την παραβατικότητα των μεταναστών που καταγράφει ο συγγραφέας, απλά θα παρατηρήσω ότι ακολουθούν το «όταν είσαι στη Ρώμη, κάνε ότι και οι Ρωμαίοι». Βλέπουν εμάς να μη σεβόμαστε το νόμο, την τάξη, το δικαίωμα του συμπολίτη, το φυσικό και κοινωνικό μας περιβάλλον και απλά μας μιμούνται, όχι μόνο επιτυχώς, αλλά συχνά καθ’ υπερβολή.
Στα κοινωνικά, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι προτεραιότητες της Κοινωνικής Δεξιάς πρέπει να ‘ναι η καταπολέμηση της φτώχειας, της ανεργίας, το δημογραφικό, η γραφειοκρατία. Η δική μου εκτίμηση; Τη φτώχεια δε μπορούν να την πολεμήσουν άνθρωποι που δεν την έχουν ποτέ τους βιώσει, ή δεν έχουν -έστω- βρεθεί δίπλα της. Παρένθεση: Υπάρχουν βουλευτές και υπουργοί που ‘ρθαν από γειτονιές και χωριά και είδαν τη φτώχεια, αλλά όταν μεγαλοπιάστηκαν, αντί να τα βάλουν με τη φτώχεια, τα ‘βαλαν με τη φτωχολογιά, έτσι για να εξοντώσουν το φάντασμα του παλιού εαυτού τους. Την ανεργία, δε μπορούν να τη λύσουν άνθρωποι που δεν έχουν γνωρίσει την αγωνία μίας συνέντευξης και δεν έχουν λιώσει σόλες, ψάχνοντας για δουλειά. Το δημογραφικό δε μπορούν να το λύσουν άνθρωποι που βρίσκουν έτοιμη την οικονομική υποδομή προκειμένου να μεγαλώσουν και ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά. Τη γραφειοκρατία, δε μπορούν να τη λύσουν άνθρωποι που δεν έχουν σταθεί ποτέ σε ουρά, ούτε έχουν εισπράξει την αγένεια ή την αντιπαραγωγικότητα ενός δημοσιοϋπαλλήλου.
Στα οικονομικά κάνει λόγο για μικτή επιχειρηματική δράση ιδιώτη και δημοσίου. Εδώ, διαφωνώ. Το κράτος ως επιχειρηματίας παράγει οικονομικά χρέη και κακές υπηρεσίες. Το επιχειρείν πρέπει να ‘ναι αποκλειστική υπόθεση του ιδιώτη, με την Πολιτεία να θεσπίζει υγιείς όρους στην ανταγωνιστικότητα και στην κατανάλωση, κυνηγώντας τα καρτέλ. Από την άλλη πλευρά, το κράτος πρέπει να επενδύσει στην Υγεία και στην Παιδεία, προσλαμβάνοντας άφθονο προσωπικό και διαθέτοντας χρήματα. Είναι όνειδος για το φορολογούμενο, τριτοκοσμικό φαινόμενο και αισχρό νταβαντζιλίκι η παρουσία της Παραπαιδείας και της Παραϋγείας πάνω στις οποίες, ο μέσος οικογενειάρχης υποχρεώνεται να καταβάλει ένα σημαντικό κομμάτι από το κάθε άλλο παρά πλούσιο εισόδημά του.
Για τα θεσμικά. Διαφωνώ με την τοποθέτηση για διορισμό τεχνοκρατών σε υπουργικές θέσεις. Μπορεί να δείχνουν αδέσμευτοι από την ανάγκη της ψήφου, αλλά βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τα κελεύσματα της κοινωνικής ανάγκης, ενώ, δεν αισθάνονται καν υπόλογοι απέναντι στην κοινή γνώμη. Αυτό το έργο το ‘χουμε δει σε πολλές κυβερνήσεις.
Για την υπόθεση της οικογενειοκρατίας, δε θα τοποθετηθώ γιατί το βρίσκω μάταιο. Αρκεί να πάρει κανείς τις λίστες βουλευτών της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου, της μεταπολιτευτικής ΝΔ και του μεταπολιτευτικού ΠαΣοΚ, να τις συγκρίνει με την τωρινή σύνθεση της Βουλής και θα διεξάγει τα ασφαλή συμπεράσματά του. Για την ενεργό αξιοποίηση παλαιών έμπειρων πολιτικών, θα μπορούσε να γίνει κουβέντα για τη σύσταση άνω και κάτω σώματος βουλής, αλλά έχουμε συνηθίσει να μην πειράζουμε συνταγματικά και πολιτειακά θέματα, μήπως και διαταραχτούν οι ανισόρροπες ισορροπίες του συστήματός μας.
Θα σταματήσω εδώ, προκειμένου να έχουμε όλοι οι ομιλητές τη δυνατότητα να απαντήσουμε σε ερωτήσεις. Απλά, καταλήγοντας θα πω πως πολλά μπορούν να γίνουν σε όφελος της πατρίδας και της κοινωνίας μας. Σίγουρα, εμπόδιο αποτελεί η «ελίτ» που λέει και ο συγγραφέας μας. Μία «ελίτ» που έχει χτίσει (ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό) το οικοδόμημα μέσα στο οποίο ζούμε όλοι μας. Η «ελίτ» όμως δεν καταπολεμείται από κανένα κόμμα και καμιά Δεξιά, κοινωνική ή άλλη, αν δεν υπερβούμε πρώτα το μεγάλο εμπόδιο του εγωκεντρισμού μας που δεν μας επιτρέπει να εμπεδώσουμε τη συνειδητότητα ενός σύγχρονου, υπεύθυνου, ενεργού πολίτη, που ως μονάδα τη μία φορά και ως ομάδα την άλλη, θα παλέψει ενάντια στα κακώς κείμενα, καθώς και του εφησυχασμού μας να εναποθέτουμε τη ζωή μας στα χέρια «σωτήρων».

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ Γιάννη,
συγχαρητήρια για την ομιλία που κινείται κοντά στο ζήτημα των καιρών μας που δεν είναι άλλο από το ξεκαθάρισμα των ιδεολογικών θέσεων μεταξύ αριστεράς - δεξιάς. Πάντως για να υπερθεματίσω στη συζήτηση, η μόνη μου διαφωνία είναι στο ρόλο του Δημοσίου (όχι του κράτους) στην οικονομική ζωή μέσα από αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις ως σοσιαλιστής. Σε όλα τα υπόλοιπα, υγεία, παιδεία, τεχνοκράτες, άνω και κάτω βουλή συμφωνώ απόλυτα. Μήπως ήρθε η ώρα να συζητήσουμε ψύχραιμα για την εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων στη χώρα μας?
Φιλικά
Χρύσανθος

vasilis tsiknakos (philosofos) είπε...

Γιάννη καλώς ήρθες στον κόσμο των ιστολογίων. Εύχομαι να ανανεώνεις όσο συχνά μπορείς το blog σου γιατί οι απόψεις σου είναι πάντα ενδιαφέρουσες. Τώρα όσον αφορά το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακόπουλου (παλιού συμμαθητή της αδελφής μου όπως η ίδια μου θύμισε) δεν το έχω διαβάσει και δεν μπορώ να εκφράσω ξεκάθαρη άποψη. Το σχόλιο μου λοιπόν θα γίνει πάνω στις δικές σου παρατηρήσεις.
Αναφέρεις, την άποψη του συγγραφέα φαντάζομαι, ότι η Νέα Δημοκρατία ορίζεται ως κεντροδεξιό φιλελεύθερο κόμμα με κάποια συντηρητική πτέρυγα. Η άποψη μου είναι διαφορετική. Μετά το συνέδριο της Χαλκιδικής τον Απρίλιο του 1994, η παράταξη έχει κάνει μία σαφή στροφή προς τον συντηρητισμό, ο οποίος αποτυπώνεται και στην κοινοβουλευτική ομάδα. Η αλήθεια είναι ότι στις κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή τα σημαντικότερα υπουργεία (κυρίως τα παραγωγικά) δόθηκαν στους πιο φιλελεύθερους, η στάση όμως της μεγάλης συντηρητικής πτέρυγας του κόμματος στάθηκε τροχοπέδη σε πολλές περιπτώσεις για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις (βλέπε τις θέσεις του Γιάννη Μανώλη σε πολλές αποφάσεις της κυβέρνησης). Θεωρώ λοιπόν ότι η Νέα Δημοκρατία σήμερα είναι ένα βαθιά συντηρητικό κόμμα με κάποια φιλελεύθερη πτέρυγα.
Συμφωνώ μαζί σου στην άποψη για τον Μεσαίο Χώρο, τον οποίο τον θεωρώ ως μία άμορφη απολιτίκ μάζα, τον όρο Πολιτικό Κέντρο τον θεωρώ πιο δόκιμο, αν και η άποψη μου είναι ότι και αυτός δεν έχει ένα σαφές ιδεολογικό στίγμα, ενώ δεν μπορώ παρά να μην συμμεριστώ την ευχή σου να φθάσουμε σε πολιτική ωριμότητα άλλων κρατών της Δυτικής Ευρώπης, όπου θα είχαμε κόμματα με λιγότερες προσμίξεις και καθαρότερες θέσεις, και προπάντων χωρίς αγκυλώσεις στην δημιουργία συμμαχικών κυβερνήσεων πάνω σε προγραμματικές συγκλίσεις.
Η άποψη του συγγραφέα για την μετανάστευση μου θυμίζει τις απόψεις του ΛΑΟΣ στο ίδιο ζήτημα, η δικιά μου ερώτηση είναι ποιος και πως ακριβώς θα κάνει τους υπολογισμούς για τον αριθμό των μεταναστών που αντέχει η χώρα μας; Τέλος θεωρώ επιτακτική ανάγκη, όπως και εσύ, να λυθεί το ζήτημα των μακροχρόνιων μεταναστών, και ιδιαίτερα των παιδιών τους που είναι γεννημένα και μεγαλωμένα στην Ελλάδα (ακόμα και οι ΗΠΑ που είναι πολύ σκληρές στο θέμα της παράνομης μετανάστευσης, τα παιδιά που γεννήθηκαν σε αμερικάνικο έδαφος τα αναγνωρίζουν αμέσως ως αμερικανούς πολίτες όπως πολύ καλά ξέρεις).
Διαφωνώ κάθετα με τον συγγραφέα ως προς το μικτή επιχειρηματική δράση. Θεωρώ ότι το κράτος έχει επανειλημμένα αποδειχτεί κακός επιχειρηματίας και διαχειριστής. Το θεωρώ επίσης ανίκανο να παράσχει αποδεκτές υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, μια και οι παρασιτικές ομάδες οι οποίες το ελέγχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό δεν θα το αφήσουν ποτέ να αποδώσει. Η δικιά μου φιλοσοφία είναι ότι ο μόνος ρόλος του κράτους θα πρέπει να είναι αυτός του εγγυητή της ελεύθερης και ανόθευτης διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, με επέμβαση του μόνο εκεί που τα παραπάνω καταπατούνται, όπως στις περιπτώσεις των καρτέλ που πολύ σωστά αναφέρεις, και της διατήρησης ενός κράτους πρόνοιας γι’ αυτούς που πραγματικά το έχουν ανάγκη.
Τέλος όσον αφορά την ελίτ της μεταπολίτευσης, είναι καθαρό δημιούργημα των δύο κομμάτων που εναλλάχτηκαν στην εξουσία όλα αυτά τα χρόνια, με έντονες μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Συμφωνώ πάντως πως εμείς οι ίδιοι πρέπει να υπερβούμε τους εαυτούς μας και μέσω της συμμετοχής μας να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε όλα αυτά που μας πληγώνουν στον τόπο μας.
Η ανάλυση σου πάντως με έκανε να θέλω να διαβάσω το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακόπουλου, γιατί ακόμα και αν διαφωνείς όταν τα επιχειρήματα είναι τεκμηριωμένα είναι πάντα πηγή σκέψης.