26 Νοε 2009

Εμπρός σε μία επικίνδυνη παγίδα

Μην σας εκπλήσσει η πολιτική πολιορκία που επιδιώκουν να ξεκινήσουν οι Τούρκοι με την επιστολή του πρωθυπουργού τους κ. Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογκάν προς το δικό μας πρωθυπουργό κ. Γιώργο Παπανδρέου, η οποία έχει ως θέμα την έναρξη πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες, για θέματα που τις χωρίζουν.

Ο κος. Ερντογκάν, ενόψει της απόφασης που καλείται να λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση για πλήρη ή όχι εισδοχή της χώρας του, θέλει να προβάλλει σε ευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο, ότι η Τουρκία είναι πρόθυμη και έτοιμη να αντιμετωπίσει όποιες διαφορές έχει με τα γειτονικά της κράτη, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, στο πλαίσιο ενός ουσιαστικού διαλόγου.

Από την άλλη πλευρά, καταλαβαίνει πολύ καλά ότι αυτή τη στιγμή δεν έχει απέναντί του μία ελληνική κυβέρνηση όπως εκείνες του κ. Καραμανλή, που έστεκαν αμετακίνητες στην άποψη να μη δέχονται ως θέματα πολιτικού διαλόγου τις ποικίλες, πολλαπλές, αναιτιολόγητες και αυθαίρετες διεκδικήσεις τις οποίες εγείρει μονομερώς η Άγκυρα σε βάρος δικό μας, αλλά αντιθέτως, μία κυβέρνηση ΠαΣοΚ.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό;
Είναι απλό. Το ΠαΣοΚ, έχει δείξει στην εξωτερική του πολιτική διαχρονικά, ότι βασικό ζητούμενο για αυτό είναι η προσέγγισή μας με την Τουρκία, ανεξαρτήτως εθνικού, όχι απλά πολιτικού, κόστους.

Από που συνάγεται ένα τέτοιο συμπέρασμα;
- Στα Ίμια, η πρώτη κυβέρνηση Σημίτη, υποχρεώθηκε να δεχτεί το δόγμα “No Ships, No Troops, No Flags”, θεμελιώνοντας την τουρκική θεωρία περί γκρίζων ζωνών, αφού άκριτα και επιπόλαια επέτρεψε την κατάληψη μίας εκ των δύο βραχονησίδων.
- Στη Μαδρίτη, η ίδια κυβέρνηση, προσυπέγραψε την ομώνυμη Διακήρυξη Αρχών, με βάση την οποία επιβεβαιώνονταν τα «ζωτικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα και των δύο χωρών στο Αιγαίο», ενώ την ίδια εποχή οι Τούρκοι ήγειραν το γνωστό casus belli για το ζήτημα των 12 ναυτικών μιλίων. Προφανώς, το σημείο της Διακήρυξης που όριζε ότι τα δύο μέρη «θα αποφύγουν μονομερείς ενέργειες που είναι δυνατό να προκαλέσουν στρατιωτική ένταση», φωτογράφιζε τη δέσμευση της Ελλάδας να μην επεκτείνει μονομερώς, όπως εδικαιούτο με βάση το Διεθνές Δίκαιο, τα θαλάσσια σύνορά της.
- Στη συνέχεια, η κυβέρνηση Σημίτη ουσιαστικά παρέδωσε τον επικεφαλής του κουρδικού PKK Αμπντουλά Οτζαλάν στα χέρια της τουρκικής MIT, πετώντας τον έξω από την πρεσβεία μας στο Ναϊρόμπι.
- Επιπλέον, δεν στάθηκε ισχυρή ως προς την υποστήριξη του δικαιώματος της Κύπρου, ως κυρίαρχου κράτους, να ενισχύσει το αμυντικό της σύστημα με την εγκατάσταση των ρωσικών πυραύλων S300, παρότι βρισκόταν ακόμη σε ισχύ, έστω και τυπικά, το λεγόμενο Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα.
- Τέλος, καθ’ οδόν προς το Ελσίνκι, η κυβέρνηση Σημίτη είχε ήδη δεχτεί οι μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας, να βαπτιστούν επισήμως από την ΕΕ, ως υπαρκτές «διασυνοριακές διαφορές».

Στη διάρκεια αυτού του μαραθωνίου υποχωρήσεων και παραχωρήσεων, που συνεχίστηκε αδιάκοπα και στη δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη, το ΠαΣοΚ είχε δεχτεί τη σύσταση μίας μικτής ελληνοτουρκικής Επιτροπής Σοφών, η οποία, στο πλαίσιο μίας επίσημης πολιτικής συνδιαλλαγής, μελετούσε τα προβλήματα ανάμεσα στις δύο χώρες, με εκκίνηση από εκείνο της υφαλοκρηπίδας. Προβλήματα, τα οποία κανονικά η χώρα μας θα είχε συμφέρον μόνο να απορρίπτει ασυζητητί ως μη υπάρχοντα. Διότι συζητώντας για ένα πρόβλημα, το αποδέχεσαι ως υπαρκτό, όσο παράλογο στην έκφραση και ανεδαφικό στο περιεχόμενό του και αν είναι.
Μαζί με το προηγούμενο, η κυβέρνηση Σημίτη και ο τότε υπουργός Εξωτερικών κος. Παπανδρέου συνέχιζαν την τακτική της βήμα προς βήμα προσέγγισης (μέσω της λεγόμενης διπλωματίας των σεισμών, διπλωματίας των καλλιτεχνών, διπλωματίας των μαθητών κ.ο.κ.), αν και οι τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο συνεχίζονταν με πρωτοφανή προκλητικότητα (που έφτανε έως και του σημείου τουρκικά καταδιωκτικά αεροσκάφη να παρενοχλούν τα μεταγωγικά αεροσκάφη στα οποία επέβαινε για αποστολές, ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Αμύνης), ενώ οι επιθέσεις φανατικών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως γίνονταν ολοένα και πιο πυκνές.

Με αυτό το ΠαΣοΚ, ίδιο και απαράλλαχτο έχει να κάνει αυτή τη στιγμή η Τουρκία και επομένως δεν είναι παράξενο, ούτε ανεξήγητο, ότι κος. Ερντογκάν και οι διπλωμάτες του, ανυπομονούν να ξαναβρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους Έλληνες συναδέλφους και ομολόγους τους. Το ζήτημα είναι τι είδους αντανακλαστικά πολιτικής αντίδρασης θα δείξουν αυτή την κρίσιμη στιγμή, τόσο τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ειδικότερα η Νέα Δημοκρατία μετά την εκλογή νέου προέδρου, όσο και οι opinion leaders που είναι σε θέση να αντιληφθούν την παγίδα εμπρός στην οποία κινδυνεύει να βρεθεί η χώρα μας.

(Πίνακας: "The Rape" από τον Darwin Leon)

5 Νοε 2009

Ν’ αλλάξουν τα μυαλά, ν’ ανοίξουν τα στόματα

Προφανώς στη Νέα Δημοκρατία δεν έχει γίνει κατανοητό ότι οι πολίτες έδωσαν τη νίκη στο ΠαΣοΚ με τόσο μεγάλη διαφορά, όχι επειδή πίστεψαν στον αόριστο λόγο του κου. Παπανδρέου ή στις ψεύτικες υποσχέσεις του, οι οποίες ήδη καταρρέουν η μία πίσω από την άλλη. Αλλά διότι θέλησαν να τιμωρήσουν με σκληρότητα ένα κόμμα που ανέλαβε τη διακυβέρνηση, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, για να μην την τιμήσει στη συνέχεια, στο βαθμό που όφειλε. Για ποιους λόγους, φάνηκε σα να μην την τίμησε; Για τους ακόλουθους…
- Πρώτον, αποξενώθηκε από τον πολίτη, ασκώντας μία «υψηλή» πολιτική που βρισκόταν μακριά από τις ανάγκες της μέσης οικογένειας και το αίτημα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής.
- Δεύτερον, έδωσε προτεραιότητα στην επιδαψίλευση μίας επικοινωνιακής εικόνας και όχι στην γρήγορη προώθηση πακέτου ολοκληρωμένων διαρθρωτικών αλλαγών και καίριων μεταρρυθμίσεων.
- Τρίτον, χρησιμοποίησε στη διακυβέρνηση, κάποια πρόσωπα που με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους, εξέθεσαν συνολικά το κόμμα και την παράταξη. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, δεν ήταν μόνο οι πράξεις ή οι παραλείψεις τους που έφταιξαν, αλλά ταυτόχρονα, ένα ύφος και ένα ήθος, που προκαλούσαν το δημόσιο αίσθημα.

Πάμε ξανά στην εισαγωγική μας πρόταση, δηλαδή, ότι στη ΝΔ δεν έχουν γίνει κατανοητά όλα τα παραπάνω. Γιατί το υποστηρίζω αυτό; Δε χρειάζεται άλλη εξήγηση, από το να παρατηρήσει κανείς σε τις είδους διαδικασίες ανάδειξης νέου προέδρου πηγαίνει το κόμμα, καθώς και ποια είναι η συμπεριφορά των υποψηφίων.
Στο μεγαλύτερο μέρος του συνεδρίου αυτού του Σαββατοκύριακου, οι σύνεδροι καλούνται να τοποθετηθούν επί της ημερήσιας διάταξης, που αφορά στην τροποποίηση του καταστατικού προκειμένου να ακολουθήσει μία νέου τύπου εκλογή προέδρου από τη στελεχιακή βάση. Με άλλα λόγια, τα μεσαία στελέχη που εκπροσωπούν την ευρύτερη βάση των μελών του κόμματος και επομένως, σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, δεν θα έχουν μεγάλη ευχέρεια ως προς τον χρόνο που διατίθεται, προκειμένου να λάβουν το λόγο και να δώσουν τη δική τους εκδοχή για τα αίτια της ήττας, καθώς και την άποψή τους για το τι πρέπει να κάνει η ΝΔ στη συνέχεια, σε ότι αφορά την ιδεολογία της, τις θέσεις της, την οργάνωσή της. Μέχρι τις 29 Νοεμβρίου, αλλά ίσως και μετά από αυτή την ημερομηνία, τα στελέχη και τα μέλη της ΝΔ θα χρησιμοποιηθούν στην αρχή ως οπαδοί και στη συνέχεια ως ψηφοφόροι, χωρίς να υποβάλουν και να καταγράψουν τη δική τους αλήθεια για τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα και το τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα.
Αναφερόμενος στους υποψηφίους, από την άλλη πλευρά, υποχρεούμαι να διαπιστώσω με λύπη, ότι επιδίδονται σε μία επικοινωνιακή προώθηση της υποψηφιότητάς τους, βασιζόμενοι, αφενός στα προσωπικά χαρακτηριστικά τους και αφετέρου στα στοιχεία αδυναμίας του αντιπάλου τους. Και όχι στην πολιτική τους τοποθέτηση αναφορικά με τα αίτια της ήττας, καθώς και στο τι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο αντιμετώπισης της κοινωνίας από το κόμμα και του κόμματος από την κοινωνία. Ταυτόχρονα, επιτρέπουν να συναθροίζονται ανάμεσα στις τάξεις των υποστηρικτών, ή και συνεργατών τους σε κάποιες περιπτώσεις, πρόσωπα τα οποία θα έπρεπε κανονικά να θεωρούνται ανεπιθύμητα λόγω του ρόλου που διαδραμάτισαν, είτε ως σύμβουλοι, είτε ως διαχειριστές, στην πορεία προς την συντριβή.

Θα'ναι ευχής έργο, τόσο στο συνέδριο, όσο και στο διάστημα που απομένει μέχρι την εκλογή νέου προέδρου, οι λίγοι να αλλάξουν μυαλά και οι πολλοί να ανοίξουν τα στόματα. Διότι με την υποκρισία και την σιωπή, όχι μόνο δε θα δούμε να τελειώνει η κρίση κομματικής εσωστρέφειας και κοινωνικής απαξίωσης που ξέσπασε στη ΝΔ μετά το σοκ στις 4 Οκτωβρίου, αλλά θα διαπιστώσουμε ότι το βασικό μέρος της, δεν έχει καν αρχίσει να ξετυλίγεται.

(Πίνακας: "Fallen Angel Hypocrisy" από τον Tom Shropshire)

20 Οκτ 2009

Ζητήματα κενά σημασίας και ανάξια λόγου;

Μοιάζει δύσκολο να καταλάβει κανείς για ποιο λόγο οι υποψήφιοι για την προεδρεία της Νέας Δημοκρατίας ασχολούνται με το Ιδεολογικό. Αυτό, έχει ξεκαθαρίσει τόσο από την ιδρυτική διακήρυξη που αναφέρει ότι «η Νέα Δημοκρατία είναι η πολιτική παράταξις του ταυτίζει το Έθνος με τον Λαόν, την Πατρίδα με τους Ανθρώπους της˙ την Πολιτεία με τους Πολίτες της˙ την Εθνική Ανεξαρτησία με την Λαϊκή Κυριαρχία˙ την Πρόοδο με το Κοινό Αγαθό˙ την Πολιτική Ελευθερία με την Έννομη Τάξη και την Κοινωνική Δικαιοσύνη», όσο και με την προφανή θέση των περισσοτέρων στελεχών υπέρ του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού. Εύλογα λοιπόν, προκύπτει προβληματισμός σχετικά με το εάν και κατά πόσο, οι υποψήφιοι στέκουν στο Ιδεολογικό, επειδή διστάζουν ενδεχομένως να λάβουν θέση και να εκτεθούν δημόσια, αναφορικά με τρία ζητήματα, τα οποία θεωρούνται το ένα πιο κρίσιμο από το άλλο.

Το πρώτο ζήτημα αφορά στο το πως αναλύουν και εξηγούν τα αίτια μίας ήττας, το μέγεθος της οποίας επιβαρύνει και εκείνους προσωπικά, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι άπαντες, πλην του κου. Ψωμιάδη, διετέλεσαν υπουργοί των τελευταίων κυβερνήσεων.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά στο εάν διατίθενται να παράσχουν ένα σαφές πλαίσιο εγγυήσεων με βάση το οποίο, εάν εκλεγούν, δεν θα στήσουν ένα προσωποπαγές μόρφωμα που θα αφήνει περιθώρια πολιτικής πρωτοβουλίας και δράσης αποκλειστικά και μόνο σε ελεγχόμενους μηχανισμούς και διορισμένους αξιωματούχους, αλλά αντιθέτως, θα ανοίξουν το «παιχνίδι» σε μία νέας μορφής συλλογικότητα και συμμετοχικότητα που θα περιλαμβάνει δυνάμεις, οι οποίες θα προέρχονται απευθείας από την κομματική βάση, αλλά και από το σύνολο της κοινωνίας.
Το τρίτο ζήτημα αφορά στο εάν και κατά πόσο βλέπουν ως πρόβλημα (ή όχι) την ύπαρξη μίας μόνιμης ανώτατης κομματικής ελίτ η οποία εν πολλοίς βασίζεται στον άτυπο θεσμό της οικογενειοκρατίας. Μίας ελίτ, που αποδίδει όχι τόσο ως κανόνα, αλλά ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας της, αφενός την ανακύκλωση των ίδιων πάνω-κάτω προσώπων ή ομάδων μέσα στα κέντρα αποφάσεων και αφετέρου, τη χαοτική απόσταση στο επίπεδο της διαμόρφωσης μίας πολιτικής πλατφόρμας, ανάμεσα στα θεωρητικά σοφίσματα μίας κάστας που παράγει «υψηλή» πολιτική και στις πραγματικές ανάγκες μίας ευρείας λαϊκής βάσης που απαιτεί ρεαλιστικές λύσεις.

Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε τους κκ. Μπακογιάννη, Σαμαρά, Αβραμόπουλο, Ψωμιάδη, ή όποιον άλλον υποψήφιο βγει μπροστά έως την Πέμπτη, να τοποθετείται σε κάποιο, ή σε όλα, από τα παραπάνω. Εκτός κι αν τα θεωρούν ζητήματα κενά σημασίας και ανάξια λόγου.

(Πίνακας: "Heated Race" από την Laurie Justus Pace)

15 Οκτ 2009

Κύπρος χαμένη στη μετάφραση

Μιλώντας σε τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης ο κος. Παπανδρέου επεσήμανε ότι «πρέπει να απελευθερώσουμε την Κύπρο από εξαρτήσεις από τις Μητέρες Πατρίδες, από στρατεύματα κατοχής, από διαιρέσεις και τείχη».

Πολλοί έσπευσαν να διερωτηθούν για ποιο λόγο ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «στρατεύματα κατοχής» και όχι για στρατό κατοχής. Υπαινισσόμενοι σαφώς, ότι μιλούσε όχι μόνο για τον κατοχικό στρατό της Τουρκίας, αλλά και για την Ελληνική Δύναμη Κύπρου.
Η πιο απλή εξήγηση είναι ότι επειδή η δήλωση έγινε στα αγγλικά, η έκφραση “occupation troops” αποδόθηκε ως «στρατεύματα κατοχής». Αλλά και πάλι, δεδομένου ότι ο κος. Παπανδρέου μιλούσε στα ΜΜΕ της χώρας των κατακτητών, για ποιο λόγο δεν τους μίλησε ξεκάθαρα για τον δικό τους κατοχικό στρατό, αλλά έκανε μία γενική αναφορά σε «στρατεύματα»; Επέδειξε διπλωματικό τακτ, ή όντως μιλούσε για παραπάνω από έναν στρατό κατοχής; Αυτό είναι κάτι για το οποίο απαιτείται διευκρίνιση.

Από την άλλη πλευρά, δεν επιδέχεται ποικίλων ερμηνειών, παρά μονάχα μίας, η τοποθέτησή του για «απελευθέρωση της Κύπρου από εξαρτήσεις από τις Μητέρες Πατρίδες».
Είναι προφανές ότι ο κος. Παπανδρέου αναπαράγει την ιδεολογία της πολιτικής παράταξης που ανέδειξε τον κο. Χριστόφια στην προεδρεία της Κύπρου, η οποία προάγει τον απογαλακτισμό των πληθυσμών και των δύο κοινοτήτων από όλα τα στοιχεία εθνοτικής, ιστορικής, πολιτισμικής σύνδεσής τους με Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα και την εμπέδωση μίας νεοκυπριακής ταυτότητας για όλους τους κατοίκους. Πρόκειται για μία άποψη, που συναντά κανείς και στα κατεχόμενα, αλλά βρίσκει απήχηση μόνο σε μειοψηφικές ομάδες διανοητών και συνδικαλιστών της τουρκοκυπριακής Αριστεράς.

Θα ήταν καλό για τον κο. Παπανδρέου να κατανοήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να ενοχοποιεί τις συναισθηματικές αναφορές των δύο κοινοτήτων σε σχέση με Ελλάδα και Τουρκία. Να αναλογιστεί επίσης, ότι οι άνθρωποι τους οποίους οι Ελληνοκύπριοι θεωρούν εθνικούς ήρωές τους, έπεσαν νεκροί αγωνιζόμενοι για τη γαλανόλευκη σημαία, με όραμα την «Ένωση». Αντίστοιχα, οι εθνικοί ήρωες των Τουρκοκυπρίων, αγωνίστηκαν για την ερυθρά ημισέλινο, με δικό τους αντίστοιχο όραμα, το "Taksim", δηλαδή τη διχοτόμηση της Κύπρου αρχικά και την ένωση του δικού τους τμήματος με την Τουρκία, στη συνέχεια.
Επομένως, λύση δεν είναι να σβήσουν τα δύο ξεχωριστά παρελθόντα τους οι κοινότητες, κάτι που ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να συμβεί διότι περιέχουν βαρυσήμαντους εθνικούς συμβολισμούς, αλλά να τα συμφιλιώσουν σε ένα κοινό, ειρηνικό παρόν.

Σε ότι αφορά το αμιγώς πολιτικό κομμάτι, είναι απίστευτο ότι ο κος. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται ότι οι δυο «Μητέρες Πατρίδες» κατ’ αυτόν, εξακολουθούν να θεωρούνται παρούσες και ενεργές ως εγγυήτριες δυνάμεις, εφόσον, οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου δεν είναι δυνατό να κριθούν άκυρες λόγω του fait accompli μίας παράνομης επιχείρησης εισβολής και κατοχής. Και είναι εντελώς παράδοξο, σε μία κρίσιμη για το Κυπριακό καμπή διαπραγματεύσεων, η μία «Μητέρα Πατρίδα» να είναι πολιτικά και στρατιωτικά παρούσα στην Κύπρο κατευθύνοντας την τουρκοκυπριακή εκπροσώπηση ως προς το πώς πρέπει να κινηθεί έναντι των εκπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η άλλη «Μητέρα Πατρίδα» να προβαίνει διά του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού της, σε εκδηλώσεις διαθέσεων, ή διατυπώσεις προτάσεων για ολοκληρωτική αποστασιοποίηση από τις εξελίξεις γύρω από το Κυπριακό.

Είτε δει κανείς το ζήτημα συναισθηματικά, είτε ρεαλιστικά, η δήλωση του κου. Παπανδρέου είναι προβληματική και ο πρωθυπουργός οφείλει να είναι πιο προσεκτικός, διότι με το ύφος και το περιεχόμενό της, στέλνει λάθος μηνύματα προς όλες τις πλευρές. Και αυτή η εποχή, είναι εντελώς ακατάλληλη για λάθη.

(Πίνακας: "Lost in Translation" από τη Melanie Phelps)


12 Οκτ 2009

Απαιτείται σοβαρότητα και αξιοπρέπεια

Συνέντευξή μου στην εφημερίδα "Η Χώρα" (10-11/10/2009)

Πολλά λέγονται για τη διαδικασία εκλογής νέου προέδρου. Η δική σας άποψη ποια είναι με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα;

Η δική μου κατανόηση είναι ότι αν μείνουμε συνεπείς αναφορικά με ότι προτείνει το Καταστατικό, είναι προφανές πως θα πρέπει να πάμε σε εκλογή από έκτακτο Συνέδριο, με τη σύνθεση του προηγούμενου τακτικού. Βέβαια, η 7η Νοεμβρίου είναι μία πολύ κοντινή ημερομηνία. Δεν θα ‘χει περάσει καλά-καλά ένας μήνας από το σοκ της συντριβής στις εκλογές. Όσο για τη διάρκεια της μιας μέρας, θα έλεγα ότι και αυτό είναι λάθος, υπό την έννοια ότι δεν θα υπάρχει δυνατότητα να γίνει καν μία σοβαρή συζήτηση. Αλλά θα ‘χουμε πάνω στη σκηνή καλλιστεία υποψηφίων και πίσω στο παρασκήνιο, μάχη μηχανισμών και συσχετισμών. Φοβάμαι πως όπως πήγαμε βιαστικά και απροετοίμαστα σε εκλογές και υπέστημεν ένα πολιτικό Βατερλό, έτσι και πάμε βιαστικά και απροετοίμαστα σε εκλογή νέου προέδρου, θα υποστούμε και ένα νέο, κομματικό αυτή τη φορά, Βατερλό. Η επίσπευση των διαδικασιών θα δημιουργήσει άγχος, τόσο στους υποψηφίους, όσο και στις ομάδες υποστηρικτών τους. Το άγχος θα φέρει ένταση. Η ένταση, λάθη. Τα λάθη, προβλήματα. Και τα προβλήματα, καβγάδες. Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι έτοιμη και ούτε έχει την αντοχή να υποστεί κάτι τέτοιο.
Εγώ θα έλεγα, κάνοντας μία ψύχραιμη εκτίμηση της αναγκαιότητας που προκύπτει για ήπιες διεργασίες και σίγουρες λύσεις, ότι θα αποτελούσε ενδεχομένως καλή σκέψη να πάμε σε ένα έκτακτο Συνέδριο που θα απέδιδε μία προσωρινή λύση ως προς τον επικεφαλής του κόμματος, εάν και εφόσον ο πρόεδρός μας είναι αποφασισμένος να αποχωρήσει τόσο άμεσα. Στη συνέχεια, να μεταβαίναμε σε μία πιο μακρά και μελετημένη διαδικασία εκλογής νέων συνέδρων, διοργάνωσης ενός μεγάλου Συνεδρίου και εκλογής νέου προέδρου.
Βέβαια, εάν υπάρξει συμφωνία πάνω σε αυτό, μπορούμε πάντα να κάνουμε μία τολμηρή υπέρβαση των προβλεπομένων, να εκλέξουμε νέο γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας που θα αναλάβει την προσωρινή εκπροσώπηση του κόμματος μέσα στη Βουλή και να δούμε ποιος μπορεί να έχει τη θεσμική κάλυψη, αλλά και την πολιτική αποδοχή, για να διαχειριστεί τη λειτουργία του κόμματος, πηγαίνοντας σε Συνέδριο.
Αλλά, όλα αυτά απηχούν τις προσωπικές μου απόψεις και εκείνο που πραγματικά χρειάζεται δεν είναι τίποτα άλλο, από το να υπάρξει ενότητα και ομοφωνία.

Κινδυνεύει η ενότητα πιστεύετε;

Ήδη, είναι ναρκοθετημένο το τοπίο. Η συντριβή προκάλεσε σοκ και νεύρα, πικρία και αγανάκτηση. Όλοι στρέφονται κατά όλων και κινδυνεύουμε να μετατραπούμε σε μονομάχους που σκοτώνονται μέσα σε μία τηλεοπτική αρένα. Βλέπουμε τι γίνεται καθημερινά στα τηλεοπτικά παράθυρα με τα στελέχη μας. Απαιτείται ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση. Μα πάνω απ’ όλα, σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Είναι λυπηρό να βλέπεις στελέχη μας να τσακώνονται σε κοινή θέα, λες και πρωταγωνιστούν σε μεταμεσονύχτιο trash show. Θα έλεγα σε κάποιους από αυτούς, ότι δεν κάνουν τίποτα άλλο, από το να επιβεβαιώνουν τους ψηφοφόρους γιατί δεν τους εξέλεξαν. Αλλά και εκείνοι που έχουν εκλεγεί, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να δίνουν στους ψηφοφόρους που παρακολουθούν ένα καλό λόγο για να μην τους ψηφίσουν την επόμενη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν βοηθούν ούτε τον εαυτό τους, ούτε και το κόμμα.

Δεν είστε σκληρός με αυτά που λέτε;

Κάθε άλλο. Οι περισσότεροι από αυτούς, εξέπεμπαν ύμνους υπέρ του πρωθυπουργού, μόνο και μόνο με την ελπίδα ότι θα διασφάλιζαν μία θέση υφυπουργού στο ενδεχόμενο που δε θα πηγαίναμε για εκλογές τον Οκτώβρη, αλλά για έναν γερό ανασχηματισμό που θα εμπεριέκλειε πολλά νέα πρόσωπα. Τώρα, όλοι αυτοί, επικρίνουν κατάφορα τον κο. Καραμανλή, ο οποίος, πέρα από πολιτικός τους ευεργέτης, είναι και μία ξεχωριστή προσωπικότητα στο χώρο της πολιτικής, η λάμψη και το κύρος της οποίας δεν χάνεται, παρά τη συντριβή στις εκλογές. Ο κος. Καραμανλής είναι το πιο πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο. Όχι μόνο για το κόμμα, αλλά για τη χώρα και το έθνος. Ο κος. Καραμανλής έχει χαρακτηριστικά εθνικού ηγέτη και αυτό, έχει αποδειχτεί σε κρίσιμες περιστάσεις, όπως στις εκβιαστικές πιέσεις που αντιμετώπισε η Ελλάδα για στήριξη του σχεδίου Ανάν και για αποδοχή της FYROM στο ΝΑΤΟ.

Πάμε πίσω στην εκλογή νέου προέδρου. Γιατί δεν πάτε σε ανοικτές εκλογές από τη βάση, όπως συνέβη με το ΠαΣοΚ; Θα μείνετε πίσω και σε αυτό;

Δηλαδή αυτό που συνέβη με την εκλογή προέδρου του ΠαΣοΚ συνιστούσε ανοικτή διαδικασία; Σα να μου φαίνεται πως δεν το έχουμε ζυγιάσει το πράγμα σωστά. Τι έγινε τότε; Ας θυμηθούμε. Ο κος. Σημίτης έδωσε κανονικά το δαχτυλίδι της διαδοχής στον κο. Παπανδρέου. Είναι σύγχρονο αυτό; Είναι πρωτοποριακό; Είναι δημοκρατικό; Κάτι δυναστείες καθεστωτικών στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική μου θύμισε εμένα. Λέτε και ο Φιντέλ Κάστρο παρέδωσε την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ. Αμέσως μετά, ο κος. Παπανδρέου, χωρίς ούτε έναν αντίπαλο, πήγε να επιβεβαιώσει ένα πολιτικό fait accompli, ένα πολιτικό τετελεσμένο, σε μία επικοινωνιακή υπερπαραγωγή με έναν πρωταγωνιστή και χιλιάδες κομπάρσους. Σε μία εκλογή χωρίς αντιπάλους και χωρίς διακύβευμα ουσιαστικά, άνοιξαν τις πόρτες και πήγε ο κόσμος να ψηφίσει, άλλος από καθαρό πολιτικό ενδιαφέρον, άλλος από μία ψευδαίσθηση δημοκρατικής συμμετοχικότητας, άλλος από χαβαλέ. Στην επόμενη αναμέτρηση, όταν είχε απέναντί του τον κο. Βενιζέλο, ψήφισαν λιγότεροι, λειτούργησαν κυρίως οι μηχανισμοί, ενώ, ακούστηκαν και κάποιες μουρμούρες για το αν και κατά πόσον λειτούργησαν τα πάντα διαφανώς.
Εμείς πρέπει να πάμε σε μία εκλογή από τους γνήσιους, καθαρούς εκπροσώπους της οργανωμένης βάσης. Να δώσουμε καθαρή λύση στο ζήτημα της προεδρίας. Να στήσουμε το κόμμα γερά στα θεμέλιά του. Να διαμορφώσουμε ξεκάθαρο ιδεολογικό περίγραμμα και εντός αυτού, σύγχρονες, ελκυστικές πολιτικές θέσεις. Να προβούμε σε μία απόλυτα ευρωπαϊκή, εκσυγχρονιστική αναμόρφωση του τρόπου λειτουργίας του κόμματος και του χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ των στελεχών του. Με βάση τις εμπειρίες και τις παραστάσεις που έχω αποκτήσει μέσω της συμμετοχής μου στα όργανα και στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, θα έλεγα ότι ενώ η ΝΔ θεωρείται ένα μεγάλο ευρωπαϊκό κόμμα σε ότι αφορά το μέγεθος, την ιστορία και τη σημασία του, σε ότι αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία του, έχει μείνει αρκετά πίσω.

Επιγραμματικά, γιατί υποστήκατε τέτοια συντριβή στις εκλογές;

Διότι επενδύοντας εκλογικά στον τομέα της Οικονομίας, μας διέφυγε το πόσο θυμωμένοι ήταν απέναντί μας οι πολίτες για ηθικής φύσης ζητήματα. Δεν είμαστε κόμμα διεφθαρμένο. Είμαστε κόμμα έντιμο. Λίγοι άνθρωποι, μας εξέθεσαν όλους. Απαλλαχτήκαμε από αυτούς, αλλά όχι έγκαιρα και όχι με το σωστό τρόπο. Τους αφήσαμε να αποβιβαστούν στο μόλο, ενώ έπρεπε να τους είχαμε πετάξει στα σκυλόψαρα. Επίσης, χάσαμε την επαφή με τις ανάγκες και τις αγωνίες του μέσου Έλληνα οικογενειάρχη. Αλλά για να καταλαβαίνεις το μέσο Έλληνα, πρέπει να ζεις καθημερινά ως τέτοιος και δυστυχώς, πολλά από τα κυβερνητικά στελέχη μας κλείστηκαν στο τρίγωνο Πολιτεία-Κολωνάκι-Μύκονος. Αυτό κυρίως πληρώσαμε και πληρώνουμε.

Ήταν λάθος, οι πρόωρες εκλογές;


Επισκεπτόμενος το προσωπικό blog μου (www.ioannismoiras.blogspot.com) θα δείτε πόσο αντίθετος ήμουν σε αυτή την επιλογή, με αποκορύφωμα το άρθρο μου στις 22 Αυγούστου. Αν το διαβάσουν οι αναγνώστες σας, μάλλον θα βρουν όλη τη βάση αιτιολόγησης για την οποία γνωρίσαμε αυτή τη βαριά ήττα.

(Πίνακας: "The Ponce Massacre από τον Pedro Brull)

10 Οκτ 2009

Γιατί σταμάτησα. Γιατί συνεχίζω.

Ξεκινώντας την «Κοινή Μοίρα» δεν πίστευα ότι θα προκαλούσε τόσο ενδιαφέρον, όσο κατέγραφε ο αριθμός των επισκεπτών στον ηλεκτρονικό μετρητή του blog μου, καθώς και η προθυμία εφημερίδων, sites και άλλων blogs να αναδημοσιεύσουν άρθρα μου. Ένιωσα τιμή που εκατοντάδες άνθρωποι με διάβαζαν καθημερινά και οφείλω ένα ευχαριστώ.
Όπως θα διαπιστώσατε, στην αρχή Σεπτεμβρίου «πάγωσα» τις αναρτήσεις μου.
Είχα ήδη εκτεθεί ανοικτά σε ότι αφορούσε την πλήρη αντίθεσή μου στο ενδεχόμενο αναγγελίας προκήρυξης πρόωρων εκλογών. Αν συνέχιζα, θα έπρεπε είτε να επιμείνω ακόμη παραπάνω στην τοποθέτησή μου, κάτι που θα με έφερνε απέναντι στον κο. Καραμανλή, είτε να επιδοθώ σε παλινωδίες, κάτι που δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου. Προτίμησα λοιπόν να σιωπήσω για λίγο. Εξάλλου, κάποιες φορές η σιωπή είναι πιο ηχηρή από το λόγο.
Επιπλέον, πέρα από το γεγονός ότι μου έπεσε πολλή δουλειά λόγω τωνεκλογών, είχα και να αναλογιστώ σοβαρά τις επισημάνσεις διάφορων ανθρώπων γύρω μου να μην προκαλώ κεντρικούς φορείς του συστήματος, καθώς και τις συμβουλές τους, ότι με αυτό εδώ το blog θα όφειλα όχι να συγκρούομαι, δημοσιοποιώντας ρηξικέλευθες απόψεις, αλλά να συμφιλιώνομαι, δημιουργώντας τις σωστές εντυπώσεις στα σωστά άτομα. Σε ότι αφορά το πρώτο, είχαν δίκιο. Όντως υπήρξαν περιπτώσεις που μου διαμηνύθηκαν, μέσω αγγελιοφόρων, τα παράπονα και ο εκνευρισμός κορυφαίων παραγόντων, ενώ δεν έλειψαν και τα χαμηλά χτυπήματα από συγκεκριμένο δημοσιογραφικό-πολιτικό κύκλωμα, μέσω παραπολιτικών δημοσιευμάτων. Σε ότι αφορά το δεύτερο, είχαν άδικο. Η ανατροπή των κακώς κειμένων, γίνεται με ρήξεις, όχι με συμβιβασμούς. Με παρρησία, όχι με φληναφήματα.
Μετά από μία παύση λίγων εβδομάδων, αποφάσισα να συνεχίσω.
Γιατί, πραγματική επιλογή είναι να εκφράζεις θαρραλέα τις απόψεις σου και σε όποιον δεν αρέσει αυτό, ας προβεί σε όποια κίνηση θεωρεί εκείνος δέουσα.
Γιατί είναι προτιμότερο από το να είναι ήσυχοι οι άλλοι για σένα επειδή δεν κινδυνεύεις, να είσαι ήσυχος εσύ με τη συνείδησή σου επειδή τολμάς.
Θα τα λέμε τακτικότερα, από σήμερα και εμπρός.

(Πίνακας: "Lone Traveller" από τη Jessie Rice Sandberg)

3 Οκτ 2009

Ψήφος για την εντιμότητα

H Οικονομία αποτέλεσε το κυρίαρχο θέμα στην προεκλογική ατζέντα, λόγω της διεθνούς κρίσης και των παρενεργειών της στη χώρα μας. Αλλά είναι αμφίβολο, εάν κρίνουν τις εκλογές. Γιατί; Είναι απλό. O πρωθυπουργός δίνει μία ακριβή περιγραφή της πραγματικής κατάστασης και αποκαλύπτει με παρρησία ποια μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι αναγκαίο να ληφθούν. Στον αντίποδα, ο κος. Παπανδρέου παρουσιάζει μία εξωραϊσμένη εικόνα πλαισιωμένη από ασάφειες και υποσχέσεις. Ο πολίτης, από την πλευρά του, πάνω-κάτω έχει μία σαφή ιδέα γύρω από το τι ισχύει και τι όχι. Επομένως, μην έχετε καμιά αμφιβολία ότι ο κος. Καραμανλής είναι εκείνος που υπερέχει σε αυτό το θέμα.

Γιατί, τότε, η Νέα Δημοκρατία εμφανιζόταν δεύτερο κόμμα σε όλα τα δημοσκοπικά ευρήματα; Και αυτό είναι απλό. Διότι, υπάρχει η εντύπωση ότι έχει απολέσει το ηθικό της πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων της. Φαίνεται δηλαδή, ότι ο Έλληνας μπορεί ενδεχομένως να βαδίσει στη ζωή με χαμηλότερες προσδοκίες για τα προσωπικά και οικογενειακά οικονομικά του, αλλά δεν ανέχεται να ματαιώνονται οι προσδοκίες του για μία έντιμη διαχείριση υποθέσεων που αφορούν στα πολιτικά πράγματα και στο δημόσιο βίο. Βέβαια, άλλες είναι οι εντυπώσεις που δημιουργούνται και άλλα τα γεγονότα πίσω από αυτές.

Είναι αλήθεια ότι στις κυβερνήσεις της ΝΔ υπήρξαν άνθρωποι που προέβησαν σε κατάχρηση των προνομίων που απέρρεαν από την ισχύ της θέσης τους. Αλλά αυτοί, αποτέλεσαν εξαιρέσεις. Και στο κάτω-κάτω, εντοπίστηκαν και απομακρύνθηκαν. Κάποιοι μάλιστα, παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη. Από την άλλη πλευρά, επί ΠαΣοΚ, η διαφθορά και η αδιαφάνεια στις συναλλαγές και στις δραστηριότητες πολιτικών στελεχών αποτελούσαν κανόνα, όχι εξαίρεση και φυσικά, ουδέποτε ο κος. Παπανδρέου προέβη σε καμιά παραδοχή γύρω από τη σήψη και την ανομία που γιγαντώθηκαν ως φαινόμενα επί των ημερών διακυβέρνησης ΠαΣοΚ και γενικότερα, δε μάτωσε ποτέ μήτε μία παρωνυχίδα. Βέβαια, σε ότι αφορά τη ΝΔ τα ΜΜΕ επιδίδονταν πάντα σε διασταλτικές απεικονίσεις σκανδάλων, ενώ για το ΠαΣοΚ ίσχυε ανέκαθεν ο όρκος της Omertà.

Επομένως, το ηθικό δίλημμα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ψηφοφόροι την Κυριακή δεν είναι να ψηφίσουν τους λιγότερο ανέντιμους. Αλλά να επιλέξουν ανάμεσα σε αυτούς που βλέπουν την ανεντιμότητα στη δημόσια διαχείριση ως ένα κακοήθες μόρφωμα που είναι αποφασισμένοι να απαλλαγούν από αυτό ακόμη και με επώδυνα μέσα και σε εκείνους που τη βλέπουν ως ένα γνώριμο σημάδι που υπάρχει μέσα στο γενετικό κώδικα του κόμματός τους και μάλλον μοιάζουν άνετοι με αυτό.

Η διαφορά είναι μεγάλη για να την αγνοήσει κανείς και σίγουρα, όχι ποσοτική, αλλά ποιοτική.

(Πίνακας: "Good and Evil Angels" από τον William Blake)


30 Σεπ 2009

Ένα βήμα παραχώρησης

Η κίνηση του κου. Ψυχάρη να παραχωρήσει τη στήλη του κυρίου άρθρου στο κυριακάτικο «Βήμα» που υπογράφει συνήθως ο ίδιος, στον πρόεδρο του ΠαΣοΚ κο. Παπανδρέου, εκφράζει μία αρνητική σημειολογία αναφορικά με την ποιότητα της ενημέρωσης που πρεσβεύει η συγκεκριμένη εφημερίδα, αλλά και για το πλέγμα σχέσεων που αναπτύσσεται ανάμεσα στα ΜΜΕ και τους κεντρικούς φορείς της πολιτικής εξουσίας.

Σε ότι αφορά το συγκεκριμένο γεγονός, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ισχύει κάποια από τις ακόλουθες δύο εκδοχές, που η μία είναι χειρότερη από την άλλη. Η πρώτη είναι ότι το «Βήμα» ταυτίζει απολύτως τη γραμμή του με τις απόψεις του κου. Παπανδρέου, χωρίς να μεσολαβεί κανένα απολύτως κριτήριο δημοσιογραφικής προσέγγισης. Η δεύτερη είναι ότι παραδίδοντας τον προμαχώνα της δημοσιογραφικής του παρέμβασης, που σε κάθε εφημερίδα είναι η στήλη του κυρίου άρθρου της, σε έναν κομματικό αρχηγό, στην ουσία, παραδίδει το δικαίωμα της δημοσιογραφικής κρίσης γύρω από την αντικειμενική αλήθεια, στις διαθέσεις, στις βουλές και στα συμφέροντα ενός κόμματος.

Σε διεθνές επίπεδο, θεωρείται σύνηθες και θεμιτό μία εφημερίδα να λαμβάνει πολιτική θέση, σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές αναλύσεις και εκτιμήσεις του εκδότη και του συντακτικού επιτελείου της, αλλά και την ιδεολογική της κατεύθυνση και παράδοση. Αυτό, γίνεται ακόμη πιο έντονο σε περιόδους εκλογών. Στη χώρα μας, η δημοσιογραφική άποψη και η πολιτική ιδεολογία παίζουν κάποιο ρόλο στα γραφτά μίας εφημερίδας, αλλά ο καθοριστικότερος παράγοντας για τη διαμόρφωση της κεντρικής γραμμής της είναι ποιο κόμμα θεωρείται πιο φιλικό απέναντι στα παράλληλα επιχειρηματικά εγχειρήματα κάθε εκδότη.

Προφανώς, για να προβεί σε αυτή την απίστευτη παραχώρηση ο κος. Ψυχάρης δεν επιθυμεί να πρωτοτυπήσει απλά, διότι σε μία τέτοια περίπτωση, θα παραχωρούσε την στήλη του κυρίου άρθρου της εφημερίδας του και στον κο. Καραμανλή. Το μήνυμα που περνάει είναι ότι παραδίδει την εφημερίδα του στον κο. Παπανδρέου. Και μάλιστα, όχι διότι οι απόψεις τους συγκλίνουν, αλλά διότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται. Έτσι, απλά και απροκάλυπτα. Το ζήτημα είναι πόσοι από τους πολίτες διαθέτουν την κρίση και την ωριμότητα για να συνειδητοποιήσουν ποιες είναι οι πραγματικές αναγωγές των χαρακτηριστικών ενός τέτοιου γεγονότος στο επίπεδο κατανόησης της ποιότητας της Δημοκρατίας που βιώνουμε.

(Πϊνακας: “Surrender” από τη Cindy Walker)

29 Σεπ 2009

Διεθνής ισχύς, ή πολιτικός αυτισμός;

(Το άρθρο δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα "Νίκη")

Με πρωθυπουργό τον κο. Καραμανλή, ο γεωπολιτικός και γεωστρατηγικός ρόλος της Ελλάδας έχει εξελιχτεί σε καίριο για την ευρύτερη περιοχή.

Η Ελλάδα αποτελεί οικονομικό πυρήνα και οι γύρω χώρες αναπτύσσονται σε μεγάλο βαθμό λόγω της εξωστρεφούς δράσης δικών μας επιχειρηματικών ομίλων. Αυτό γίνεται ακόμη πιο ορατό τώρα με την κρίση.

Έχουμε καταστεί ενεργειακός κόμβος λόγω των συμφωνιών που έχουμε υπογράψει για τους αγωγούς Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολης και South Stream και αυτό οφείλεται στην πολιτική βούληση της κυβέρνησης να ανοίξει το παιχνίδι των ξένων συνεργασιών προς τη Ρωσία και άλλους εταίρους.

Έπειτα από την στρατηγική συμφωνία με την κινεζική Cosco για τα λιμάνια, η χώρα μας αποκτά πρωτοφανή ισχύ ως κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου.

Με την περάτωση της Εγνατίας, και την παράλληλη κατασκευή άλλων μεγάλων οδικών αξόνων, η Ελλάδα καθίσταται κυρίαρχος στην επιβατική, τουριστική και εμπορική κίνηση από τη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη προς την Ανατολή και αντίστροφα.

Αξιοποιώντας πλήρως τον πολυσήμαντο ρόλο μας ως μέλος ταυτόχρονα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, έχουμε αποκτήσει ξεχωριστή ισχύ παρέμβασης σε πολιτικές ζυμώσεις και ανακατατάξεις και αυτό φάνηκε στη βοήθεια που έχουμε προσφέρει στην Αλβανία για να πραγματώσει τις διεθνείς προσδοκίες της, αλλά και στο βέτο που ασκήσαμε στο Βουκουρέστι για τη FYROM λόγω του σωβινισμού και του φανατισμού που επιδεικνύει η κυβέρνησή της.

Στον αντίποδα, ο κος. Παπανδρέου υπονομεύει την στρατηγική των μεγάλων έργων και των ανοικτών συμμαχιών που εδραιώνουν την Ελλάδα ως βάση ή σταθμό εξελίξεων και προβάλει την άποψη ότι η χώρα μας πρέπει να τελεί υπό το σύνδρομο ενός πολιτικού αυτισμού που θα χαιραγωγείται συμπεριφοριστικά και θα εξαρτάται αποκλειστικά, από έναν και μοναδικό θεράποντα. Και μιας και μιλάμε για συμπεριφοριστική αντιμετώπιση αυτισμού, ο θεράπων δε μπορεί να είναι άλλος, παρά Αμερικανός.

Ο πολίτης οφείλει να προσμετρήσει σοβαρά τα παραπάνω, πριν λάβει την απόφασή του για αυτή την Κυριακή.

(Πίνακας: "Ambiguous Monster" από την Sheridan Furrer)

22 Αυγ 2009

Ένα ανεξήγητο κίνητρο

Εάν κάποιοι συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό ότι είναι προτιμότερο να πάει σε εκλογές το φθινόπωρο, διότι σύμφωνα με διάφορες επισφαλείς εκτιμήσεις που διαχέονται στη δημοσιότητα, μέχρι το Μάρτιο θα έχει ξεφύγει ακόμη περισσότερο το προβάδισμα του ΠαΣοΚ στις δημοσκοπήσεις, ενδεχομένως αγνοούν ότι:
- Το διάστημα που μεσολάβησε από τις ευρωεκλογές είναι λιγοστό και επομένως κυβέρνηση, κόμμα, στελέχη και ψηφοφόροι είναι πιθανό να μην έχουν ξεπεράσει ολοκληρωτικά το σοκ της ήττας. Δεν αποκλείεται δηλαδή, να μην υπάρχει ακόμη η κατάλληλη ψυχολογία για μία μάχη, τόσο κοντινή χρονικά με την προηγούμενη.
- Μία κυβέρνηση, έχοντας εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη ευχέρεια ανάληψης πολιτικών πρωτοβουλιών από κάθε αντίπαλό της, μπορεί με κατάλληλες στρατηγικές αποφάσεις και με κινήσεις τακτικής σημασίας, να αλλάξει οποιαδήποτε δημοσκοπική εικόνα. Ειδικά αν έχει μπροστά της έξι μήνες.
- Σε περιπτώσεις κρίσεων, μία κυβέρνηση που ανταποκρίνεται με άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο έστω και εκ των υστέρων, πάντοτε κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτό, το ‘χουμε δει το 1999 με το σεισμό της Αθήνας για το ΠαΣοΚ και το 2007 με τις φωτιές σε Πελοπόννησο και Εύβοια για τη ΝΔ και από το εξωτερικό, το 2002 με τις πλημμύρες της Γερμανίας για τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες. Ο συνδυασμός γεγονότων όπως η ενδημική εξάπλωση του ιού της νέας γρίπης, η κατάρτιση ενός δύσκολου προϋπολογισμού μαζί με την εντατικοποίηση των πιέσεων από τη διεθνή ύφεση στην εθνική μας οικονομία, η επιθετικότητα της Τουρκίας ενόψει της απόφασης για το θέμα της ένταξής της στην ΕΕ κ.α. σίγουρα δημιουργεί συνθήκες κρίσης, στην οποία, αν ανταποκριθεί με επιτυχία η κυβέρνηση, τότε η ΝΔ θα έχει αυξημένες πιθανότητες να επικρατήσει και στις επόμενες εκλογές.
- Ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως πως ανταποκρίνεται μία κυβέρνηση σε περιπτώσεις κρίσεων, οι πολίτες συνηθίζουν να συσπειρώνονται γύρω από αυτή, λόγω της ανασφάλειας που φυσιολογικά νιώθουν.
- Γενικά, κάθε δημοσκοπική διαφορά είναι αναστρέψιμη και αυτό έχει αποδειχθεί σε αναρίθμητες περιπτώσεις. Στην Ελλάδα, έχουμε το σχετικά πρόσφατο παράδειγμα της νίκης του ΠαΣοΚ το 2000. Από το εξωτερικό, αξίζει να θυμηθούμε κάποια αντιπροσωπευτικά παραδείγματα όπως της ανάκαμψης των Βρετανών Συντηρητικών το 1992, των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών το 2002 και το 2005, των Αμερικανών Ρεπουμπλικανών το 2004.
- Παρότι το ΠαΣοΚ επικράτησε στις ευρωεκλογές και προηγείται στις δημοσκοπήσεις, δε φαίνεται να αναπτύσσει καθαρή δυναμική νίκης, αλλά είναι τα ποσοστά της ΝΔ εκείνα που καταγράφονται σε χαμηλά επίπεδα.
Αν όντως αγνοούν τα παραπάνω, προφανώς παρουσιάζουν έλλειμμα βασικής γνώσης για το ποιες είναι οι δυνατότητες ριζικής αναδιαμόρφωσης του εκλογικού τοπίου. Αν τα έχουν υπόψη τους, πράγμα αναμενόμενο για κάθε έμπειρο και κατηρτισμένο σύμβουλο, τότε κάποιο άλλο, παντελώς ανεξήγητο κίνητρο φαίνεται πως τους καθοδηγεί.
(Πίνακας: "Knives" από τον Andy Warhol)

29 Ιουλ 2009

Το πραγματικό unfair

Ο κος. Παπανδρέου ισχυρίζεται πως η παρούσα κυβέρνηση πρέπει να φύγει το συντομότερο δυνατό και δεσμεύεται ότι εαν δεν προκηρυχθούν εκλογές νωρίτερα, τότε θα τις προκαλέσει εκείνος το Μάρτιο, με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Με δεδομένο ότι ο Αύγουστος είναι ένας μήνας νεκρός πολιτικά, ο κος. Παπανδρέου επιβάλει στη χώρα να εισέλθει σε μία προεκλογική περίοδο διάρκειας έξι μηνών, από αρχή Σεπτεμβρίου, μέχρι τέλη Φεβρουαρίου.
Μέσα σε αυτό το εξάμηνο όμως, είναι βέβαιο πως θα μεσολαβήσουν τα ακόλουθα γεγονότα:
- Ο πολλαπλασιασμός των κρουσμάτων ενδημικής μετάδοσης του ιού της νέας γρίπης, με αδήριτη την ανάγκη για συνεχή επανασχεδιασμό του προγράμματος λήψης μέτρων αντιμετώπισης του φαινομένου και ανυπολόγιστες τις επιπτώσεις για την καθημερινότητα του πολίτη και της οικογένειας.
- Η ενίσχυση των πιέσεων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης πάνω στην οικονομία της χώρας και στην οικονομία κάθε επιχείρησης και νοικοκυριού, λαμβανομένου υπόψη ότι οι φετινές απώλειες της τουριστικής μας βιομηχανίας, όποιο και αν είναι το συνολικό μέγεθός τους, θα μεταφερθούν στην υπόλοιπη εγχώρια αγορά μέσα στο φθινόπωρο.
- Η κατάρτιση νέου προϋπολογισμού, ο οποίος, πρέπει να συνδυάζει την προστασία και την ενίσχυση, μέσα στην κλίμακα των αντικειμενικών δυνατοτήτων της οικονομίας, των αδύναμων οικονομικοκοινωνικά ομάδων του πληθυσμού, μαζί με τα απαραίτητα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
- Η κλιμάκωση της διπλωματικής έντασης στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με την Τουρκία να εκδηλώνει όλο και μεγαλύτερη νευρικότητα και επιθετικότητα, όσο πλησιάζει ο κρίσιμος για την υπόθεση της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μήνας Δεκέμβριος.
- Η ωρίμανση της τελευταίας διαμεσολαβητικής προσπάθειας του κου. Νίμιτς για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για συμφωνία στο ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ, η οποία, θα οδηγήσει στη διεθνή άσκηση πολιτικής πίεσης για υποχωρήσεις και παραχωρήσεις και από τα δύο άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη.
- Η περάτωση της πρώτης φάσης προετοιμασιών για την προσπάθεια εφαρμογής πλαισίου ελέγχου στο σοβαρό ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης στη χώρα και ειδικά στην πρωτεύουσα, η οποία, φυσιολογικά, θα επιφέρει μία νέα φάση, που θα απαιτεί τη λήψη σοβαρών πολιτικών αποφάσεων και την ανάληψη εντατικής δράσης των μηχανισμών του κράτους.

Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, οι μήνες που ακολουθούν είναι ιδιαίτερα κρίσιμοι για τη χώρα και τους κατοίκους της και το πρώτο πράγμα που επιβάλλεται να έχουμε, είναι πολιτική ηρεμία και πολιτική σταθερότητα. Ωστόσο, ο κος. Παπανδρέου επιδιώκει το εντελώς αντίθετο και μάλιστα, φαίνεται πως αυτό, το πράττει ενσυνείδητα, πιστεύοντας ενδεχομένως πως θα προκαλέσει στην κυβέρνηση κρίση άγχους και πανικού, η οποία, θα την οδηγήσει σε πολιτικά λάθη πάνω σε σοβαρά θέματα.
Ο κος. Παπανδρέου συμπεριφέρεται ως απερίσκεπτος και ανεύθυνος. Διότι, ακόμη και αν πιστεύει πως η κυβέρνηση είναι ακατάλληλη και πρέπει να φύγει γρήγορα, ακόμη και αν πιστεύει πως το δικό του κόμμα είναι εκείνο που θα επικρατήσει στις προσεχείς εκλογές, θα όφειλε να σεβαστεί το γεγονός ότι στους μήνες που ακολουθούν, ακόμη και μία ακατάλληλη -κατ’ αυτόν- κυβέρνηση, είναι προτιμότερη και πιο απαραίτητη από μία κυβέρνηση που θα βρίσκεται σε μία κατάσταση προεκλογικής ομηρείας, ή, από μία νέα κυβέρνηση που θα χρειάζεται έναν εύλογο χρόνο προσαρμογής, μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.
Αυτό, είναι το πραγματικά μεγάλο unfair του κου. Παπανδρέου στην περίοδο που διανύουμε και όχι η επιλογή του να παίξει προεκλογικό παιχνίδι πάνω στην πλάτη προσωπικά του κου. Παπούλια κατ’ αρχήν και σε βάρος του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας στη συνέχεια. Και το υποστηρίζω αυτό, διότι ενώ ο χειρισμός της υπόθεσης επανεκλογής του κου. Παπούλια, είναι μεν ένα βαρύτατο θεσμικό ατόπημα που έχει να κάνει με τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του δημοκρατικού μας συστήματος, από την άλλη πλευρά, δεν επηρεάζει άμεσα τη ζωή, την καθημερινότητα και την ασφάλεια της κοινωνίας και του πολίτη. Αντιθέτως, η επιβολή προεκλογικού κλίματος αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο, είναι παραπάνω από πιθανό να επιφέρει όχι μόνο κινδύνους, αλλά και δεινά.

Αναντίρρητα, η κυβέρνηση υποχρεούται να καταβάλει προσπάθεια να κάνει σωστά τη δουλειά της, σχετικά με τα επερχόμενα γεγονότα που περιέγραψα στην αρχή, μη δίνοντας καμία σημασία στην πολιτική πίεση που σκόπιμα και υστερόβουλα επιχειρεί να της ασκήσει ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από την άλλη πλευρά, στο επίπεδο της επικοινωνιακής αντιμετώπισης του κου. Παπανδρέου, είναι πιο σημαντικό να τον εκθέσει κανείς ως απερίσκεπτο και ανεύθυνο, παρά ως αντιθεσμικό. Στο κάτω-κάτω, το δίμηνο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2007, κατά τη διάρκεια του οποίου, η κυβέρνηση κατέβαλε επίπονες καθημερινές προσπάθειες για την ανακούφιση των πληγέντων κατοίκων στις πυρόπληκτες περιοχές της χώρας, ενώ ο κος. Παπανδρέου έκανε προεκλογική εκστρατεία πάνω στις σωρούς των θυμάτων και στα αποκαΐδια των δασών της Πελοποννήσου και των περιουσιών των κατοίκων, είναι χαρακτηριστική και διδακτική σε ότι αφορά το πώς σε περίοδο κρίσης, μπορεί η μία πλευρά να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πολίτη και η άλλη να τη χάσει.

Ανακεφαλαιωτικά, η κυβέρνηση έχει μπροστά της έξι μήνες, γεμάτους σοβαρά προβλήματα, τα οποία, αν διαχειριστεί με σύνεση και αποτελεσματικότητα, μπορεί να χτίσει μία νέα σχέση εμπιστοσύνης με τον πολίτη. Και ας φωνάζει ο κος. Παπανδρέου, «εκλογές τώρα», «φτάνει πια», «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», «κάντε τόπο να περάσω». Καλό θα έχει κάνει στην κυβέρνηση και κακό στο κόμμα του, όταν φτάσει η ώρα του απολογισμού.
(Πίνακας: Του William Hogarth από τη σειρά "The Humours of An Election")

23 Ιουλ 2009

Ζόφος στην ενημέρωση


Σε άρθρο του, μέσα από τις γραμμές του οποίου απευθύνει χρήσιμες πολιτικές οδηγίες στον κο. Παπανδρέου για το πώς θα εκλεγεί πρωθυπουργός, ο διευθυντής της «Καθημερινής», κάνει αναφορά σε «συμφέροντα που μπορεί να επιθυμούν να παραμείνει στη αντιπολίτευση το ΠαΣοΚ».
Δε θα σταθώ στο γεγονός, ότι ο διευθυντής μίας εφημερίδας η οποία, για χρόνια χρησιμοποιούσε ως στρατηγική αύξησης της επιρροής της στις πολιτικές εξελίξεις, ένα δημοσιογραφικό άνοιγμα προς τους ψηφοφόρους της ΝΔ και τον κεντροδεξιό χώρο, φτάνει στο σημείο, να παρουσιάζει τον κο. Παπανδρέου, όχι απλά ως επόμενο πρωθυπουργό, αλλά ακόμη και ως αντίμαχο συμφερόντων! Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκρότημα στο οποίο ανήκει η εφημερίδα κάνει μία οργανωμένη στροφή κατά κυβέρνησης της ΝΔ.
Θα σταθώ, όμως, για μία ακόμη φορά στη θλιβερή πραγματικότητα, να έχει μείνει η ΝΔ χωρίς καμιά ισχυρή φωνή δημοσιογραφικής υποστήριξης μέσα στον εκδοτικό χώρο. Όπως είχα αναφέρει στην ανάρτησή μου στις 23 Ιουνίου, ο «Ελεύθερος Τύπος» είχε προ ετών παύσει να αποτελεί ένα αξιόπιστο σύμμαχο της ΝΔ, ενώ ταυτοχρόνως, η «Απογευματινή» αντιμετωπίζει οικονομικές και διοικητικές δυσκολίες και ο «Αδέσμευτος» εφαρμόζει σχέδιο περιορισμένων προσδοκιών.
Αυτή τη στιγμή, στις εφημερίδες, αλλά και στα ΜΜΕ γενικότερα, υπάρχει μονομέρεια και υποκειμενικότητα για όφελος του ΠαΣοΚ, σε όλες σχεδόν τις αναφορές και τα σχόλια που παρατίθενται σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα. Μάλιστα, αυτό συμβαίνει σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό και σε τόσο συστηματικό ρυθμό, που το πρόβλημα πλέον, δεν είναι ότι αδικούνται η ΝΔ, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός, αλλά ότι παρουσιάζεται σαφές έλλειμμα ισορροπίας, δηλαδή έλλειμμα δημοκρατίας, στον τομέα της ενημέρωσης του πολίτη.

Και όμως…
Υπάρχουν τίτλοι ιστορικών εφημερίδων της κεντροδεξιάς, που βρίσκονται είτε σε χέρια επιχειρηματιών που είναι εμφανές ότι δε μπορούν να υποστηρίξουν μεγάλα εκδοτικά εγχειρήματα, όπως στην περίπτωση της «Βραδυνής», είτε μένουν ανενεργοί μέσα σε ένα συρτάρι, όπως στην περίπτωση της «Μεσημβρινής». Υπάρχει και η περίπτωση του τίτλου της εφημερίδας «Ακρόπολις», ο οποίος, έχει περιέλθει στη χρήση ενός κυρίου, που παρουσιάζει καθημερινώς ένα τετρασέλιδο φτωχό σε ύλη, άποψη και αισθητική, διόλου αντάξιο της ιστορίας και του ονόματος της εφημερίδας.
Τα ερωτήματα που αναπόφευκτα ανακύπτουν, είναι κρίσιμα.
- Πολιτικοί παράγοντες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις εντός και πέριξ της κυβερνώσας παράταξης, δε νιώθουν πως είναι επείγον να αλλάξει αυτή η κατάσταση;
- Ισχυροί επιχειρηματίες, οι οποίοι ενδεχομένως θα έβλεπαν ως πρόκληση να πάρουν στα χέρια τους ένα ιστορικό τίτλο εφημερίδας και να καλύψουν τις αναγνωστικές ανάγκες του μεγάλου κεντροδεξιού κοινού, δεν υπάρχουν, ή δεν είναι δυνατό να βρεθούν;
- Τόσοι και τόσοι δημοσιογράφοι, ανάμεσά τους και κάποιοι διάσημοι, που επιθυμούν να γράφουν ή να σχολιάζουν, από τη σκοπιά της κεντροδεξιάς, ή της φιλελεύθερης προσέγγισης, δε βλέπουν πόσο αναγκαίο είναι να λειτουργήσουν κάτω από μία γερή -επιτέλους-επαγγελματική στέγη;
- Όλοι οι προηγούμενοι, δεν είναι εφικτό να βρεθούν σε μια συζήτηση και να συνεννοηθούν για την οργάνωση ενός νέου εκδοτικού εγχειρήματος, ή την αναβίωση ενός παλιού;
- Δε θα γίνει κάτι, τέλος πάντων, για να διαλυθεί αυτός ο ζόφος στην ενημέρωση;

Κάθε απάντηση, σεβαστή.

(Πίνακας: "The Shadow" από τον Pablo Picasso)

21 Ιουλ 2009

Καθεστωτικά δεσμά


Ο κος. Παπανδρέου μάζεψε όπως-όπως το σύνθημα που απηύθυνε προεκλογικά στην κυβέρνηση «κάντε τόπο να περάσει η Ελλάδα», διότι, προφανώς κάποιος θα του επισήμανε ότι αποτελούσε απαύγασμα αλαζονείας και αμετροέπειας να ταυτίζει τη χώρα με το κόμμα του.
Ωστόσο, τα γεγονότα φανερώνουν ότι το νόημα των λόγων του, έχει γίνει σπορά στη συνείδηση κάθε συνεργάτη του που προαλείφεται -τάχα- για υπουργός, με αποτέλεσμα να ανθίζει και να καρποφορεί και πάλι εντός του ΠαΣοΚ, ο πόθος για εξουσία και το σχέδιο για εγκαθίδρυση ενός συστήματος με καθεστωτικά χαρακτηριστικά, παρόμοιου με αυτό που ζήσαμε επί είκοσι χρόνια.

Με αφορμή το ζήτημα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και τις απόψεις που διατυπώνουν έγκριτοι συνταγματολόγοι, προερχόμενοι πολιτικά από το ΠαΣοΚ, ενάντια στο αντιθεσμικό παιγνίδι που παίζει ο κος. Παπανδρέου προκειμένου να εκβιάσει για πρόωρες εκλογές, ο κος. Ρόβλιας, τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΠαΣοΚ, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Η εφαρμογή και η ερμηνεία του Συντάγματος, δε μπορούν να λειτουργήσουν εις βάρος του εθνικού συμφέροντος».
Λαμβάνοντας τη σκυτάλη στις δηλώσεις στελεχών, ο κος, Χρυσοχοϊδης, τομεάρχης Ανάπτυξης, υποστήριξε το εξής: «Αν δεν είχαμε αυτή τη θέση, ότι αυτή η κυβέρνηση είναι κυβέρνηση μειοψηφίας και ότι πρέπει να φύγει το γρηγορότερο δυνατό, θα ήταν σα να κλείναμε τα μάτια μας μπροστά στην πραγματικότητα και μπροστά στην καταστροφή».
Δύο από τα επιφανέστερα στελέχη της ηγετικής ομάδας του ΠαΣοΚ, επιβεβαιώνουν με τον πλέον αδιάψευστο τρόπο, ότι το κόμμα τους και ο αρχηγός τους, ταυτίζουν το κομματικό τους συμφέρον με το εθνικό και μπροστά σε αυτό, δεν έχουν καμία σημασία ούτε το Σύνταγμα, ούτε η εφαρμογή του. Ταυτόχρονα, εμμέσως, πλην σαφώς, περιγράφουν ως μειοψηφική ομάδα τα τρία εκατομμύρια πολιτών που αποφάσισαν, ούτε καλά-καλά δύο χρόνια πριν, να ψηφίσουν για κυβέρνηση τη ΝΔ και μάλιστα, με παραπάνω από τρεισήμισι ποσοστιαίες μονάδες διαφορά από το ΠαΣοΚ.

Προφανώς, για τον κο. Παπανδρέου και τα στελέχη του, το Σύνταγμα, οι θεσμοί και οι κανόνες της Δημοκρατίας, τα όργανα και οι λειτουργίες της Πολιτείας, υφίστανται μόνο ως εργαλεία, ή ως εφόδια, για να προάγονται εντός του πολιτικού χάρτη της χώρας, οι στρατηγικές θέσεις και τα στρατηγικά συμφέροντα του κόμματός τους.
Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται πιθανότατα, είναι τα μηνύματα και τα κελεύσματα τους, δεν τα εισπράττουν άβουλοι, παθητικοί δέκτες που στερούνται κρίσης και μνήμης, αλλά ώριμες κοινωνικές ομάδες και μονάδες, και βαθιά πολιτικοποιημένα σύνολα και άτομα, που θα αναλογιστούν σοβαρά τον κίνδυνο να εγκλωβιστούν ξανά στα πολιτικά δεσμά ενός καθεστώτος, τον κυνισμό και τον απολυταρχισμό του οποίου αδυνατούν, ή αδιαφορούν να κρύψουν ο κος. Παπανδρέου και τα στελέχη του.

(Πίνακας: “The Prison Courtyard” του Vincent Van Gogh)

20 Ιουλ 2009

Σκληροί και άφοβοι


Η στάση του τύπου, γραπτού και ηλεκτρονικού, στο θέμα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι αντιπρο-
σωπευτική της συνολικότερης στάσης του, υπέρ του ΠαΣοΚ και κατά της ΝΔ.
Οι κκ. Τσάτσος και Κασσιμάτης, κορυφαίοι συνταγματολόγοι και οι δύο, προερχόμενοι μάλιστα από το χώρο του ΠαΣοΚ, ετέθησαν δημοσίως ενάντια στην επιλογή του κου. Παπανδρέου να παίξει πολιτικό παιχνίδι με την εκλογή Προέδρου, με σκοπό να χειραγωγήσει τις εξελίξεις και να προκαλέσει εκλογές, αλλά ουδείς αρθρογράφος ή σχολιαστής αναδεικνύει τη σημασία και τη βαρύτητα αυτών των απόψεων και θέσεων.
Επιπλέον, ουδείς μπαίνει καν στη βάσανο να επιβεβαιώσει το προφανές, δηλαδή, ότι ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ, απειλεί να πάρει μία υπόθεση ενωτική για όλους τους Έλληνες και να την μετατρέψει σε διχαστική και ότι σε τελική ανάλυση, προσβάλει τον κο. Παπούλια τόσο ως εθνικό ηγέτη, όσο και ως πολιτικό πρόσωπο με κύρος και ιστορία.
Αντιθέτως, θυμόμαστε όλοι, όταν ο πρωθυπουργός αποφάσισε να κλείσει η Βουλή λόγω ευρωεκλογών, πόση αναστάτωση είχε ξεσηκωθεί από τις εφημερίδες και τα κανάλια, περί μίας δήθεν συνταγματικής εκτροπής. Τώρα, για το θέμα Παπούλια, δεν τίθεται καν ζήτημα πολιτικής δεοντολογίας, ή ορθής, από ηθική σκοπιά, αντιμετώπισης.

Έτσι είχαν τα πράγματα ανέκαθεν με τον τύπο, έτσι έχουν και τώρα.

Δεν ξεχνάμε ότι μόλις πριν τις εκλογές του 2004 και ενώ η κυβέρνηση ΠαΣοΚ κατέρρεε όχι μόνο δημοσκοπικά, αλλά και πολιτικά, η πλειοψηφία εφημερίδων και καναλιών δεν είχε τίποτα αρνητικό να παρατηρήσει για την κανονικότητα ή μη, της παράδοσης της αρχηγίας από τον κο. Σημίτη στον κο. Παπανδρέου. Αντιθέτως, reporters κυνηγούσαν από πίσω το νεοεκλεγέντα πρόεδρο του ΠαΣοΚ ωσάν να ήταν ο Μεσσίας που κατήλθε από τους ουρανούς, ενώ η κανονική ροή του προγράμματος των καναλιών διακοπτόταν, ακόμη και όταν ο κος. Παπανδρέου έβγαινε από την οικία του, για να πάει για ποδηλατάδα ή στο γυμναστήριο.
Αλλά και το καυτό καλοκαίρι του 2007, δε βρέθηκε κάποιος να πει ή να γράψει ότι, ενώ ο πρωθυπουργός με τους υπουργούς του έδιναν αγώνα για την αντιμετώπιση των καταστροφικών συνεπειών της τραγωδίας σε Πελοπόννησο και Εύβοια και την ανακούφιση των πληγέντων, ο κος. Παπανδρέου έκανε προεκλογικές περαντζάδες, στήνοντας την προπαγάνδα του πάνω στα αποκαΐδια των περιουσιών και στις σωρούς των θυμάτων, με τη συνοδεία τοπαρχών και κομματαρχών του, που χαμογελούσαν χαρούμενοι διότι πίστευαν πως η κυβέρνηση έπεφτε.
Από το φθινόπωρο του 2008 και μετά, όταν «γύρισαν» οι δημοσκοπήσεις, ότι και αν προσπαθεί να βάλει μπρος ο κος. Καραμανλής αξιολογείται ως στραβό, ενώ την ίδια ώρα, όχι μόνο καταβάλλεται επιμελής προσπάθεια από τα ΜΜΕ, προκειμένου να φιλοτεχνηθεί για τον κο. Παπανδρέου μία εικόνα με χαρακτηριστικά ηγέτη, αλλά την ίδια ώρα, με ένα μαγικό σφουγγάρι, έχει σβήσει το δικό του κυβερνητικό παρελθόν.

Ας το πάρουμε απόφαση, ότι και στις προσεχείς εκλογές, η ΝΔ θα πάει με όλα τα μαζικά μέσα ενημέρωσης απέναντί της. Απαιτείται να βγει και πάλι ο κος. Καραμανλής μπροστά. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, τα ποσοστά της ΝΔ ανεβαίνουν, όχι διότι ο πρωθυπουργός είναι επικοινωνιακός, αλλά διότι ο πολίτης τον πιστεύει και υπάρχει κάτι σα φυσικός κώδικας ταύτισης ανάμεσά τους. Κυρίως όμως, απαιτείται να βγουν μπροστά, μαχητές του λόγου και του επιχειρήματος, που θα μπορούν να σταθούν απέναντι σε πέντε φανερούς αντίπαλους, τους εκπροσώπους από τα κοινοβουλευτικά κόμματα της αντιπολίτευσης και άλλους τόσους κρυφούς, που συνήθως είναι οι «έγκυροι» και «έγκριτοι» σχολιαστές της προκατάληψης και της μονομέρειας και οι διάφοροι αυτόκλητοι εκπρόσωποι της κοινωνίας, που δεν είναι άλλοι, από τους διάφορους ηθοποιούς, τραγουδιστές, δικηγόρους, καθηγητές κ.α. που συμπληρώνουν κάθε panel και κάθε θεματολογία, όπως ο μαϊντανός συμπληρώνει κάθε συνταγή.

Ο πόλεμος είναι άνισος. Περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Για να επιβιώσει η ΝΔ σε αυτόν, είναι αναγκαίο να βγουν εμπρός οι σκληροί, οι άφοβοι και κυρίως, εκείνοι που πιστεύουν στον εαυτό τους και στους δίπλα τους.

( Πίνακας: "Fearless Warrior" της Natalie Holland)

18 Ιουλ 2009

Η γύμνια του ψέματος


Σύμφωνα με το ρεπορτάζ δημοσιογράφων που καλύπτουν το Συμπόσιο της Σύμης, μιλώντας ο κος. Παπανδρέου για τα ελληνοτουρκικά και την πολιτική της κυβέρνησης, επιχείρησε να ασκήσει κριτική και να απευθύνει υποδείξεις. Έχοντας παρακολουθήσει επί πολλά χρόνια τα ζητήματα αιχμής της εξωτερικής μας πολιτικής, μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι η κριτική του είναι αντιφατική και εσφαλμένη και επιπλέον, με βάση το είχε πράξει στα ελληνοτουρκικά ο ίδιος, ως αναπληρωτής υπουργός αρχικά και ως υπουργός Εξωτερικών στη συνέχεια, οι υποδείξεις του είναι υποκριτικές και προκλητικές.

Κατ’ αρχήν, ο κος. Παπανδρέου, ισχυρίστηκε πως η κυβέρνηση πρέπει να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο για άσκηση «βέτο» για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να μην προεξοφλεί ότι δε θα προβάλλει αντιρρήσεις.
Και όμως, την ίδια μέρα, προτού μάλιστα συζητήσει ο κος. Παπανδρέου με τους δημοσιογράφους, η υπουργός Εξωτερικών κα. Μπακογιάννη, μιλώντας στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Mega, είχε καταστήσει ξεκάθαρο ότι την Τουρκία «δεν την υποστηρίζουμε άνευ όρων και δε δίνουμε λευκή επιταγή». Πρόσθεσε ακόμη: «Αυτό το οποίο η Ελλάδα λέει και είναι πάρα πολύ σαφής, είναι ότι δεν υπάρχει Ευρώπη a la τουρκική carte, δηλαδή δε μπορεί η Τουρκία να επιλέγει από το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο, αυτά που της αρέσουν και αυτά που δεν της αρέσουν, να τα αφήνει στην άκρη. Είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με το σύνολο των κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Είναι υποχρεωμένη να τηρήσει τις συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει. Αυτό πλέον έχει γίνει ευρύτερα γνωστό και έχει γίνει ευρύτερα γνωστό και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί και η Ελλάδα δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια».
Είτε οι συνεργάτες του δεν ενημερώνουν εγκαίρως τον κο. Παπανδρέου για τις επίσημες τοποθετήσεις της κυβέρνησης, αφήνοντάς τον έκθετο να λέει πράγματα που δεν ισχύουν, είτε τον ενημερώνουν, αλλά εκείνος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει καν ποιο είναι ακριβώς το περιεχόμενο, είτε το κατανοεί, αλλά βγαίνει μετά και λέει στους δημοσιογράφους ψέματα. Δεν ξέρω τι από τα προηγούμενα είναι χειρότερο από τα άλλα.
Πάντως, τα όσα είπε η κα. Μπακογιάννη, τα έχει καταστήσει απολύτως γνωστά και ξεκάθαρα με επανειλημμένες επίσημες τοποθετήσεις του, εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, και ο πρωθυπουργός κος. Καραμανλής. Επομένως, δε δικαιολογείται ο κος. Παπανδρέου να βρίσκεται στο δικό του κόσμο, ειδικά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Έναν τομέα, ο οποίος, δεν είναι απλά εθνικά σημαντικός και ευαίσθητος, αλλά υποτίθεται ότι τον ξέρει και καλά.

Στην ίδια συζήτησή του με τους δημοσιογράφους, ο κος. Παπανδρέου ισχυρίστηκε επίσης, πως «αν τεθεί βέτο από την Ελλάδα, χωρίς η χώρα μας να έχει κάνει τίποτα για τη δική της προετοιμασία και για την προετοιμασία των εταίρων, τότε οι εταίροι θα ρίξουν την ευθύνη στην Ελλάδα και στην Κύπρο και αυτό, θα γίνει μέσω της απραξίας που δείχνει η σημερινή κυβέρνηση».
Πέραν του ότι συνιστά περιδίνηση της σκέψης του μέσα σε μία άβυσσο αντιφατικότητας το γεγονός ότι ενώ προσάπτει στην κυβέρνηση κατηγορία για απεμπόληση του δικαιώματος της χώρας μας για έκφραση αρνησικυρίας για ένταξη της Τουρκίας, την ίδια ώρα, συζητά το ενδεχόμενο η Ελλάδα να κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού τελικά, ο κος. Παπανδρέου δε δείχνει καν να αντιλαμβάνεται το αυταπόδεικτο. Ποιο είναι αυτό;
- Πρώτον, ότι η κυβέρνηση, μένοντας πιστή στην άποψη του κου. Καραμανλή ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να διακρίνεται τόσο από συνέχεια, όσο και από συνέπεια, δεν άλλαξε σε τίποτα την πολιτική τοποθέτηση των προηγούμενων κυβερνήσεων, που αποτελούσε εξάλλου και πάγια θέση της ΝΔ, για ένταξη της Τουρκίας με προαπαιτούμενα και υποχρεώσεις.
- Δεύτερον, ότι εκείνο που κατάφερε η παρούσα κυβέρνηση και σίγουρα αποτελεί ιδιαίτερη επιτυχία, είναι να απαλλάξει τη χώρα από το βάρος να χρησιμοποιείται συνεχώς από τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εμπόδιο στην ανάπτυξη των ευρωτουρκικών σχέσεων και συνάμα, ως άλλοθι για οποιαδήποτε καθυστέρηση προκύπτει στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα, να έρθουν στο προσκήνιο εκείνοι που πραγματικά δε θέλουν με τίποτα την τουρκική ένταξη. Μιλάμε για κυβερνήσεις ευρωπαϊκές και κόμματα πανίσχυρα, όπως οι χριστιανοδημοκράτες και κυρίως, οι χριστιανοκοινωνιστές της Γερμανίας, το λαϊκό κόμμα της Γαλλίας, οι χριστιανοδημοκράτες της Ολλανδίας κ.α.

Ανακεφαλαιωτικά, έχουμε καταφέρει, από τη μία πλευρά να ασκείται έντονη πίεση να συμμορφώνεται η Τουρκία με το κοινοτικό κεκτημένο και το Διεθνές Δίκαιο και από την άλλη, η χώρα μας να μην είναι δυνατό να κατηγορηθεί από κανέναν και κυρίως από τους Τούρκους, ότι είναι εκείνη που υπονομεύει το ζήτημα της ένταξης. Έτσι, η επιθετικότητα και η αυθαιρεσία των γειτόνων μας έγινε από εθνικό μας πρόβλημα, ευρωπαϊκό και τούτο, αποτελεί επίτευγμα της ΝΔ και προσωπικά του κου. Καραμανλή. Αυτά, παριστάνει ο κος. Παπανδρέου πως δεν τα ξέρει και έως κάποιο βαθμό θα μπορούσε να τον καταλάβει κανείς, διότι έχει κάθε λόγο να αισθάνεται εξαιρετικά ελλειμματικός σε ότι αφορά τα αποτελέσματα της δικής του εργασίας και επιρροής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Απόδειξη για αυτό που αναφέρω, είναι ότι στο τελευταίο μεγάλο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, του πλειοψηφούντος εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ευρωπαϊκού κόμματος, μέλος του οποίου είναι η ΝΔ, στη διακήρυξη που εκδόθηκε, γινόταν σαφής αναφορά για τις υποχρεώσεις των υποψηφίων προς ένταξη χωρών σε σχέση με το κοινοτικό κεκτημένο, δείχνοντας ξεκάθαρα προς την Άγκυρα. Στο ίδιο συνέδριο, εκδόθηκε ξεχωριστό ψήφισμα για το σεβασμό της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου, τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του και την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Αντίστοιχα, στο μεγάλο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, στη διακήρυξη που εκδόθηκε δεν υπήρχε μέριμνα ή έστω απλή μνεία για τίποτα από τα προηγούμενα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι Ευρωσοσιαλιστές δε νοιάζονται να υποδείξουν στην Τουρκία τις βασικές υποχρεώσεις της έναντι των γειτόνων της, ή, ότι το ΠαΣοΚ και ο κος. Παπανδρέου προσωπικά δε νοιάζονται να περάσουν αυτά τα ζητήματα στην πλατφόρμα του ΕΣΚ, ή, ότι δεν έχουν τη δύναμη να καταφέρουν οτιδήποτε τέτοιο, ή και τα τρία μαζί. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η αδυναμία του κου. Παπανδρέου δε μπορεί να εκτονώνεται δημόσια με μία συμπεριφορά τόσο θρασεία, ώστε να υποδεικνύει προς την κυβέρνηση ότι «το θέμα του Πατριαρχείου δεν είναι διμερές, αλλά υποχρέωση της Τουρκίας απέναντι στην ΕΕ»!

Ο κος. Παπανδρέου, δε σταμάτησε όμως στα παραπάνω, αλλά τράβηξε το κορδόνι ακόμη περισσότερο. Έκανε λόγο για «εγκατάλειψη της παραπομπής του θέματος της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, όπως αναφερόταν στη Συμφωνία του Ελσίνκι του 1999», για «διασφάλιση των συμφερόντων της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της μέσω Χάγης» και ακόμη, ότι «αν δεν κάνουμε κάτι, η Τουρκία θα βάζει καινούργια ζητήματα και θα παζαρεύει την αφαίρεσή τους από τον κατάλογο».

Κατ’ αρχήν, η συμφωνία του Ελσίνκι την οποία επικαλείται ο κος. Παπανδρέου, εμπεριέκλειε, με την υπογραφή μάλιστα τη δική του και του κου. Σημίτη, την παραδοχή ότι Ελλάδα και Τουρκία έχουν «διασυνοριακές διαφορές». Με απλά λόγια, οι κκ. Παπανδρέου και Σημίτης επέτυχαν το ακατόρθωτο: οι μονομερείς διεκδικήσεις και αβάσιμες αιτιάσεις των Τούρκων αναφορικά με εδαφικά και κυριαρχικά ζητήματα, να αναγνωριστούν και επισήμως από κείμενα της ΕΕ ως εμπραγμάτως υφιστάμενες! Σχετικά με το θέμα της υφαλοκρηπίδας, ο κος. Παπανδρέου είχε και πάλι άγνοια, ή παρίστανε τον ανήξερο για ότι είχε πει, λίγη ώρα πριν, η κα. Μπακογιάννη στο Mega: «Έχουμε ένα θέμα, στο οποίο συζητάμε και είναι το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Είμαστε έτοιμοι, εάν υπάρξει πρόοδος στις συζητήσεις μας, να πάμε στη Χάγη για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, είναι πάγια ελληνική θέση. Αυτό είναι το ανοιχτό θέμα για μας. Μόνο».
Ενδεχομένως, ο κος. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται, ή, παριστάνει πως δεν αντιλαμβάνεται, ότι αυτή την περίοδο, γίνεται μία ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των δύο χωρών σε ελεγχόμενο πολιτικό επίπεδο και αν σημειωθεί σύγκλιση, τότε το θέμα θα παραπεμφθεί στη Χάγη για ρύθμιση του προβλήματος εντός ενός συμπεφωνημένου πλαισίου. Μιλάμε, δηλαδή μία διαδικασία πολιτικά ελεγχόμενη, η πρόοδος της οποίας θα επιβεβαιωθεί και νομικά από ένα διεθνές όργανο. Αντίθετα, ο ίδιος ως υπουργός Εξωτερικών, δεχόταν εκ προοιμίου και άνευ διαπραγμάτευσης, την επιδικαστική ορθότητα και αυθεντία της Χάγης αναφορικά με την απόφαση που θα εξέδιδε για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και καλούσε μάλιστα την τουρκική πλευρά, να πιστοποιήσει αυτή την άποψη υπογράφοντας συνυποσχετικό. Παραβλέποντας ολωσδιόλου, ότι η Χάγη επιδικάζει με βάση ένα πολιτικό σκεπτικό που σταθμίζει πρωτίστως την ισχύ της διεθνούς θέσης και τη σημασία των συμφερόντων καθενός εκ των διαδίκων. Για να το κάνω πιο κατανοητό, ο κος. Παπανδρέου δεσμευόταν προκαταβολικά να μείνει εγκλωβισμένη η Ελλάδα σε μία δικαστική απόφαση για την υφαλοκρηπίδα, η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα είχε εκδοθεί με πολιτικό σκεπτικό και μάλιστα, εκδήλωνε τη διάθεση να συμβεί το ίδιο και με τις υπόλοιπες τουρκικές διεκδικήσεις για τον εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα, ενδεχομένως τις «γκρίζες ζώνες» και την αποστρατιωτικοποίηση του ανατολικού Αιγαίου και πάει λέγοντας…

Σχετικά με τις υποδείξεις του γύρω από το ότι οι Τούρκοι προσθέτουν ζητήματα στο τραπέζι, μόνο και μόνο για να έχουν τη διαπραγματευτική δυνατότητα στη συνέχεια να τα αποσύρουν, διασφαλίζοντας μόνο εκείνα που τους είναι σημαντικά και απαραίτητα, ο κος. Παπανδρέου ενδεχομένως αναμηρυκάζει τη διαπραγματευτική θεωρία των absolute minima και absolute maxima, των απολύτων ελαχίστων και απολύτων μεγίστων, σύμφωνα με την οποία, μεγιστοποιώντας την κλίμακα των ζητημάτων που θέτει στο τραπέζι ένας διαπραγματευτής, ακόμη και με την πρόσθεση ανύπαρκτων, ή παράλογων διεκδικήσεων ή αιτιάσεων, τελικά καταφέρνει να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να τα αποσύρει ένα-ένα, λαμβάνοντας κάθε φορά ως αντάλλαγμα, την εξασφάλιση κάποιου ή κάποιων εκ των αρχικών, υπαρκτών και βάσιμων συμφερόντων του.
Στη θεωρία παίρνει καλό βαθμό ο κος. Παπανδρέου, αλλά στην πράξη μένει μετεξεταστέος. Διότι, επί των ημερών που κυβερνούσε ο ίδιος και το ΠαΣοΚ, ήταν που επιχείρησαν οι Τούρκοι να προκαλέσουν τετελεσμένα και να αθροίσουν το ένα καινούργιο, παντελώς ανύπαρκτο μέχρι πρότινος ζήτημα, πάνω στο άλλο.

Η αρχή έγινε με το fait accompli που επιχείρησαν να δημιουργήσουν οι Τούρκοι στα Ίμια, με κατάληξη το γνωστό “no ships, no flags” των Αμερικανών διαμεσολαβητών, τους οποίους ευχαρίστησε, από το βήμα της Βουλής, ο κος. Σημίτης. Στη συνέχεια, οι κκ. Σημίτης και Ντεμιρέλ υπέγραψαν από κοινού στη Μαδρίτη μία συμφωνία διακήρυξης αρχών, σύμφωνα με την οποία, η Ελλάδα αναγνώριζε «ζωτικά ενδιαφέροντα και συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο και δεσμευόταν να «αποφύγει οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια, η οποία θα ήταν δυνατό να προκαλέσει πολεμική ένταση μεταξύ των δύο χωρών», το οποίο σε πρακτική απόδοση, μπορούσε να σημαίνει ακόμη και ότι η χώρα μας αποσυρόταν από το δικαίωμα προέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ., δεδομένου ότι αυτό αποτελούσε ήδη για την Τουρκία διακηρυγμένo casus belli. Σε απάντηση της καλής διάθεσης που προσπαθούσε να επιδείξει η ελληνική πλευρά, οι Τούρκοι παρουσίασαν τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και από εκεί και πέρα, δεν έπαψαν να θέτουν νέα ζητήματα στο τραπέζι της συνδιαλλαγής ή και της συναλλαγής.
Στην εντεινόμενη τουρκική διεκδικητικότητα, ο κος. Παπανδρέου είχε να αντιτείνει την πολιτική της «βήμα-προς-βήμα προσέγγισης», την οποία μάλιστα παρουσίαζε δημοσίως ως «προσωπικό του στοίχημα» εγκαινιάζοντας μαζί με τον ομολογο του Ι. Τζεμ, τη διπλωματία των σεισμών, των καλλιτεχνών, των μαθητών κλπ. Σε επίπεδο πολιτικών διαπραγματεύσεων, όμως, η χώρα παρέμενε διαλλακτική, σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο κος. Πάγκαλος να δηλώνει για τον κο. Παπανδρέου σε τηλεοπτική του συνέντευξη: «Είναι σοβαρή έλλειψη φρόνησης να λέει κάποιος, όπως ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, ότι χρειάζονται υποχωρήσεις από Ελλάδα και Τουρκία για να τα βρούμε και ότι άλλαξε το κλίμα. Αυτά είναι αμερικάνικα και επίσημη ανθελληνική προπαγάνδα των Αμερικανών και δεν πρέπει να την υιοθετούμε και να την κάνουμε δική μας θέση». Ο κος. Πάγκαλος επεσήμαινε ακόμη ότι η τακτική του Γιώργου Παπανδρέου «είναι απαράδεκτη, κάνει ζημιά στην εξωτερική πολιτική της χώρας και δε σχετίζεται με την αντικειμενική πραγματικότητα», καθώς και ότι είναι «αδιέξοδη και δεν οδηγεί πουθενά στις σχέσεις μας με την Τουρκία».
Ταυτόχρονα, στο επίπεδο των συμβολισμών, οι οποίοι πάντοτε έχουν τη δική τους κρίσιμη σημασία στην πολιτική, ο κος. Παπανδρέου κατέθετε στέφανο στο μαυσωλείο του Κεμάλ, έδινε ομιλίες ακριβώς κάτω από γιγάντιες απεικονίσεις του, που καταλαμβαναν το υψος και το πλατος ενός ολόκληρου τοίχου, ενώ στις επισκέψεις του Ι. Τζεμ στην Ελλάδα γίνονταν δεκτά ακόμη και διακριτικά αιτήματα της τουρκικής πλευράς για αποκαθήλωση πινάκων με τον Κολοκοτρώνη από το ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε, σηκωνόταν στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. (15/3/01) και υποστήριζε πως «η τουρκική κυβέρνηση ρυθμίζει το καθεστώς των φυλακών προς την σωστή κατεύθυνση», ακυρώνοντας στην ουσία μία γαλλογερμανική πρωτοβουλία για έκδοση καταδικαστικού ψηφίσματος για τα «λευκά κελιά», δεχόταν την επίσημη μετονομασία των «Στενών» της συμφωνίας του Μοντρέ, σε Τουρκικά -πλέον- Στενά» (7/6/2002 – «Ελευθεροτυπία»), ενώ στο Αιγαίο, οι παραβάσεις και παραβιάσεις από τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη αυξάνονταν από 931 το 2000, σε 1.891 το 2001, σε 6.010 το 2002 και σε 5.809 το 2003. Σημειωτέον, ότι επί κυβερνήσεων ΠαΣοΚ, οι Τούρκοι είχαν προβεί σε απανωτές παρενοχλήσεις πολιτικών μας αεροσκαφών και δύο φορές, είχαν πάει «συνοδεία» το C130 που μετέφερε τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας, ο. Τσοχατζόπουλο.

Για το τέλος, άφησα την παραίνεση που απηύθυνε μέσα από τη συζήτησή του με τους δημοσιογράφους, ο κος. Παπανδρέου για το ζήτημα της μειονότητας της Θράκης, αναφέροντας ότι «είναι ένα θέμα αποκλειστικά ελληνικό και δεν το συζητάμε με κανέναν».
Πράγματι, δεν υπάρχει ανάγκη να το συζητήσει, ο κος. Παπανδρέου τουλάχιστον, με κανέναν Τούρκο, δεδομένου ότι μιλώντας ο ίδιος για αυτό, τα καταφέρνει να δημιουργήσει μία εικόνα ζοφερή για τα εθνικά μας συμφέροντα. Ενδεικτικά, να αναφέρω τη συνέντευξή του στο περιοδικό «Κλικ» τον Ιούλιο του 1999, στην οποία, έλεγε για τους μειονοτικούς της Θράκης «ποσώς με ενδιαφέρει το αν ο ένας λέγεται Μουσουλμάνος ή Τούρκος, Πομάκος ή Βούλγαρος», καταργώντας έτσι τη σημασία που περιέχει και την ασφάλεια που παρέχει η διατύπωση της Συνθήκης της Λωζάνης για μουσουλμανική μειονότητα. Επιβραβευτικό των όσων είπε στο «Κλικ», ήταν το μοναδικό για τα πολιτικά μας δεδομένα πρωτοσέλιδο της τουρκικής εφημερίδας Hurriyet (28/7/1999) με το βασικό τίτλο “Bravo Yiorgos”!

Μιλώντας για τα ελληνοτουρκικά, ο κος. Παπανδρέου υποχρεούται μόνο να ενώνει τις δικές του δυνάμεις του με τις προσπάθειες του κου. Καραμανλή, για την εφαρμογή μίας πολιτικής που διακρίνεται από συνέχεια και συνέπεια μέσα στο χρόνο, έχει εθνικά χαρακτηριστικά και εφαρμόζεται με ψύχραιμους χειρισμούς.
Αντιθέτως, δε δικαιούται να «κατακεραυνώσει» -τάχα- την κυβέρνηση, ούτε και να υπονομεύει την πολιτική μας στα ελληνοτουρκικά, σε μία κρίσιμη φάση, ποσο μαλλον, χρησιμοποιώντας υποκριτικές υποδείξεις και προκλητικές επικλήσεις.
Γιατί ενώ η αλήθεια είναι πραγματικά γυμνή, τα ψέματα του Παπανδρέου φαίνονται ακόμη γυμνότερα.

16 Ιουλ 2009

Άμα κάτσεις με στραβό...


Δε γνωρίζω τι είναι στην πραγματικότητα εκείνο που κινητοποιεί κάποιους μέσα στο κατακαλόκαιρο, να προκαλέσουν αλλαγή στην ηγεσία της ΟΝΝΕΔ, δεδομένου μάλιστα, ότι ο τωρινός, επιτυχημένος κατά γενική παραδοχή, πρόεδρός της κος. Παπανικολάου δεν έχει προλάβει καν να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα ως ευρωβουλευτής. Εκείνο που γνωρίζω, ωστόσο, με απόλυτη βεβαιότητα, είναι ότι εκείνοι που παρουσιάζονται ως επίδοξοι «μνηστήρες» της θέσης του, μαζί με τις ομάδες νεολαίων που τους ακολουθούν, επιδίδονται σε ένα αγώνα, που δεν έχει κανένα απολύτως χαρακτηριστικό πολιτικής διαφοροποίησης, αλλά είναι ξεκάθαρο πως οφείλεται στον ανταγωνισμό εσωτερικών συσχετισμών και στη σύγκρουση κομματικών μηχανισμών.

Μέσα στη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνει σήμερα ο κόσμος μας, περισσότερο, ή λιγότερο αναπτυγμένος, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, θα περίμενε κανείς από τους νεολαίους ενός σύγχρονου και μεγάλου ευρωπαϊκού κόμματος να έχουν αναπτύξει μία εσωτερική αντιπαράθεση θέσεων και επιχειρημάτων, σχετικά με το ποιες μπορεί και ποιες πρέπει να είναι οι κατευθύνσεις που θα χαράξει η χώρα μας, αλλά και η Ευρώπη, από εδώ και εμπρός. Δηλαδή, θα περίμενε κανείς, να βλέπει τους νεολαίους που θέλουν περισσότερο κράτος στην Οικονομία, να μαλώνουν με τους νεολαίους που θέλουν περισσότερη αγορά. Αυτούς που υποστηρίζουν τη διασφάλιση του κοινωνικού κεκτημένου της εργασίας, να διαφωνούν με εκείνους, που επιθυμούν την τόνωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της ελαστικοποίησης των όρων λειτουργίας του τομέα της απασχόλησης. Κάποιους που βλέπουν πως καθίσταται επιτακτική προτεραιότητα, λόγω της κλιματικής αλλαγής, η με κάθε τρόπο προώθηση της Πράσινης Οικονομίας, να τσακώνονται με τους άλλους, που εκτιμούν ότι σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, πειράματα δεν επιτρέπονται και ότι πρωτεύων στόχος είναι να επιστρέψουμε σε συνθήκες ανάπτυξης, με τον τρόπο που αυτή εξελισσόταν μέχρι πριν ξεσπάσει η κρίση.
Για να προεκτείνουμε τη συζήτηση και στη γενικότερη πολιτική ατζέντα των ημερών, θα περίμενε κανείς να βλέπει τους νεολαίους να αναπτύσσουν κόντρες και διαφορές, για το εάν χρειάζεται φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας ως απάντηση στα σύγχρονα προβλήματά της, ή στροφή σε μία πιο συντηρητική στάση. Εάν χρειάζεται για την τήρηση της δημόσιας τάξης, θέσπιση μέτρων ήπιας επιτήρησης, ή η υιοθέτηση δόγματος μηδενικής ανοχής. Εάν η απάντηση στο μεταναστευτικό πρόβλημα είναι η πολιτογράφηση των παλιών μεταναστών, η σταδιακή ενσωμάτωση των νεοτέρων και η οργανωμένη επαναπροώθηση των παρανόμων στις χώρες προέλευσής τους, ή η υιοθέτηση μίας πιο σκληρής λογικής που αποθαρρύνει πολιτικές επιλογές για μία περαιτέρω, πιο γερή πρόσμιξη του πληθυσμού των γηγενών κατοίκων με τους αλλοδαπούς. Εάν η Παιδεία πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως δημόσιο αγαθό γνώσης και προόδου, ή να προσαρμόζεται και αυτή στους κανόνες που επιβάλλει η αγορά. Εάν πρέπει στα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής να ακολουθούμε λογικές προσαρμοστικής διαπραγμάτευσης, ή να βάζουμε σκληρούς όρους πάνω στο τραπέζι.
Με άλλα λόγια, θα περίμενε κανείς να βλέπει τους νεολαίους να τσακώνονται για το ποιος είναι πιο φιλελεύθερος και ποιος, πιο συντηρητικός. Ποιος είναι πιο κοσμοπολίτης και ποιος, πιο εθνιστής. Ποιος είναι πιο κεντρώος και ποιος, πιο δεξιός. Ποιος είναι πιο ανατρεπτικός και ποιος, πιο συγκαταβατικός. Ποιος είναι πιο ριζοσπαστικός και ποιος, πιο μετριοπαθής.

Τελικά, εκείνο που ισχύει είναι πως εδώ, οι σφαλιάρες δεν πέφτουν για τις ιδεολογίες. Ούτε καν για τις ιδέες. Εάν θέλετε, ούτε καν για την ικανοποίηση της προσωπικής φιλοδοξίας κάθε «μνηστήρα» να γίνει αρχηγός, η οποία, θα ήταν σίγουρα θεμιτή, εάν τα κριτήρια επιλογής στηρίζονταν σε μία ελάχιστη βάση αξιοκρατίας.
Εδώ, βλέπουμε ότι διαδραματίζεται ένα αλαλούμ, ακαταλαβίστικο κατά πάσα πιθανότητα για τον περισσότερο κόσμο, στο οποίο συμμετέχουν κάθε καρυδιάς, καρύδια. Σκληρά καρύδια, πάντως, όπως δείχνουν τα πράγματα.
- Πρώην υπουργοί και μεγαλοστελέχη που επιδιώκουν μέσω μηχανισμών που δημιούργησαν επί των ημερών της δόξας και της ισχύος τους, να αποδείξουν σε όλους και πιο πολύ στην ηγεσία του κόμματος, ότι μπορούν ακόμη και σήμερα να χειραγωγούν εξελίξεις και δεν είναι ξοφλημένοι.
- Τριανταπεντάρηδες «νεολαίοι», οι οποίοι, διαπραγματευόμενοι για την πάρτη τους καμιά θέση μεγαλοστελέχους στο δημόσιο πρωτίστως, ιδιωτικό δευτερευόντως, τομέα, κανένα express διδακτορικό, ή κανένα free-to-go μεταπτυχιακό, μία σίγουρη και εγγυημένη θέση στο ψηφοδέλτιο της περιφέρειας καταγωγής τους, μαζί με υποσχέσεις κεντρικής κομματικής στήριξης για την εκλογή τους, επιβάλουν τάσεις και απόψεις, είτε με τη καταναγκαστική σαγήνη που ασκούσαν κάποτε οι Ιταλοί νονοί στις φτωχογειτονιές του Μπρούκλυν, είτε με εκβιαστικά διλήμματα που θέτουν χωρίς περιστροφές, είτε με σωματαράδες φίλους τους, που επιστρατεύουν εάν τα πράγματα ζορίσουν ακόμη παραπάνω.
- Ομαδάρχες που παίρνουν γραμμή από τους προηγούμενους και την περνούν προς τους κάτω, με την ίδια άνεση που εξασφαλίζουν κράτηση για πρώτο τραπέζι πίστα στα μπουζούκια.
- Ανερχόμενοι αστέρες του φοιτητοπαραγοντισμού, οι οποίοι, αντί να φτιάξουν όνομα δημιουργώντας ρήξεις, το φτιάχνουν διαπραγματευόμενοι συμβιβασμούς.
- Και στο βάθος του κήπου αυτής της Εδέμ, η φοιτητοπιτσιρικαρία των είκοσι χρόνων, που ενδεχομένως δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τα όλα αυτά, αλλά σε κάθε περίπτωση διατηρείται ευτυχής και χορτάτη με πάρτυ, εκδρομές, γνωριμίες παντός τύπου και επιπέδου και φωτοτυπημένες σημειώσεις.

Όλα τα παραπάνω, οι περισσότεροι από εμάς που ασχολούμαστε με την πολιτική τα γνωρίζουμε, αλλά δυστυχώς, λίγοι τα παραδεχόμαστε. Ακόμη λιγότεροι τα αναδεικνύουμε δημόσια, καθώς, πηγαίνοντας προς το διά ταύτα, θα καλούμασταν να προσκομίσουμε ονόματα και αποδείξεις. Εδώ όμως ισχύει η λαϊκή ρήση «χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε θέλει». Ότι βολεύει πολλούς να σπρώχνουν μονίμως τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, δε σημαίνει απαραιτήτως ότι τα σκουπίδια δε μυρίζουν και δε λερώνουν.
Πάντως, η βασική ευθύνη βαρύνει όχι τους «μικρούς» της ΟΝΝΕΔ, αλλά τους «μεγάλους» του κόμματος.
Κατ’ αρχήν, διότι επιτρέπουν να δημιουργούνται τέτοιες καταστάσεις. Εδώ, το επιχείρημα περί αυτονομίας της νεολαίας και αυτορύθμισης των δικών της ζητημάτων, μάλλον ως άλλοθι ανευθυνότητας ή δικαιολογία ενοχής ακούγεται, καθώς είναι γνωστό ότι στα κομματικά πράγματα στην Ελλάδα, συνήθως στις πλάτες των «μικρών», παίζονται τα παιχνίδια των «μεγάλων».
Επιπρόσθετα, διότι σε αναρίθμητες περιπτώσεις, έχουν δώσει εκείνοι πρώτοι το κακό παράδειγμα, προάγοντας προσωπικές επιδιώξεις και συμφέροντα εσωτερικών ομάδων, σε βάρος της εικόνας ενότητας και της συνολικής προοπτικής του κόμματος. Εάν, για παράδειγμα, ανοίξει κανείς τα φύλλα των εφημερίδων του Σαββατοκύριακου και διαβάσει τις δεκάδες συνεντεύξεις που παραχωρούν διάφοροι υπουργοί, υφυπουργοί, κοινοβουλευτικά και κομματικά στελέχη, θα καταλάβει ότι κάποιοι από αυτούς, το λιγότερο για το οποίο νοιάζονται στην παρούσα φάση, είναι η βιωσιμότητα της κυβέρνησης και η δυναμική της ΝΔ στην κοινωνία.
Επιπλέον, διότι δε συνειδητοποιούν καν, ότι ένα οικοδόμημα καταρρέει συνολικά όταν έχουν διαβρωθεί τα θεμέλια και οι κολώνες του, που στην περίπτωση της ΝΔ είναι η ΟΝΝΕΔ και η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ. Εδώ, να παρατηρήσω ότι δε διδασκόμαστε καν, από το πώς λειτούργησε και εξελίχτηκε η καταστροφική αλληλεπίδραση μεταξύ του ΠαΣοΚ την εποχή της προεδρίας του κου. Σημίτη και της νεολαίας του, η οποία, έφτασε έως και να διαλυθεί.

Τελικά, κοιτάζοντας τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη νεολαία, δεν ξέρεις εάν ισχύει περισσότερο το επιεικές και ουδέτερο «με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», ή το πιο δηκτικό και προχωρημένο, «άμα κάτσεις με στραβό, έως το βράδυ αλληθωρίζεις».

15 Ιουλ 2009

Ως εδώ και μη παρέκει


Η ταυτόχρονη εξάρθρωση τριών μεγάλων εγκληματικών κυκλωμάτων από την Αστυνομία, συν το γεγονός της αντικατάστασης του τερματίζοντος μία πολυετή θητεία στην ηγεσία της ΕΥΠ πρέσβη κου. Κοράντη από τον αντιεισαγγελέα Εφετών κο. Παπαγγελόπουλο, σηματοδοτούν ότι κάτι αλλάζει δραματικά στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και μάλιστα, όχι στο επίπεδο πολιτικών εξαγγελιών, ανεφάρμοστων στις πλείστες των περιπτώσεων, αλλά στο επίπεδο της συστηματοποίησης των ερευνών με την ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα σε τομείς και υπηρεσίες του κράτους και τη χρήση νέας τεχνολογίας, καθώς και της εντατικοποίησης της επιχειρησιακής δράσης.
Επιπλέον, η τοποθέτηση ενός δικαστικού στις μυστικές υπηρεσίες, προφανώς σημαίνει ότι λαμβάνεται η σωστή και έγκαιρη μέριμνα για τη διασφάλιση όρων νομικής αρτιότητας και συνταγματικής νομιμότητας, προκειμένου να προχωρήσει ανεμπόδιστα ένα σχέδιο ολικής επίθεσης με σκοπό την εξόντωση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος.

Ώρα για δράση και αποτέλεσμα λοιπόν, διότι η κατάσταση είχε φτάσει πραγματικά στο «ως εδώ και μη παρέκει».
Φυσικά, δεν ενστερνίζομαι σε καμία περίπτωση τους ισχυρισμούς του κου. Χρυσοχοϊδη για «Αθήνα που έγινε Καμπούλ» και αυτό, για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι η Αθήνα έχει τόση σχέση με την Καμπούλ, όσο ο κος. Χρυσοχοϊδης με τον σοβαρό πολιτικό που κάποτε ξέραμε. Δεύτερον, διότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν δυσφημιστικός, εάν όχι συκοφαντικός, για ολόκληρη την Ελλάδα και όλους τους Έλληνες. Τρίτον, διότι ο συγκεκριμένος κύριος, δε δικαιούται να διεκδικεί την αυθεντία του αλάνθαστου, καθώς, τα ίδια τα γεγονότα κατέδειξαν ότι η υποτιθέμενη εξάρθρωση της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» επί της δικής του υπουργικής θητείας, πιο πολύ με ταχυδακτυλουργικό τρυκ κατέληξε να μοιάζει, παρά με πολιτικό θαύμα.
Από την άλλη μεριά, ωστόσο, δε μπορώ να κρύψω την άποψή μου ότι τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση έτεινε να εξελιχθεί και πάλι σε ανεξέλεγκτη.
Τρομοκράτες νέας γενιάς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι η συνέχεια μίας εγχώριας οργανωτικής μήτρας η οποία ουδέποτε εξουδετερώθηκε, άφησαν στην άκρη τις αλλοτινές υποκριτικές τους παραπομπές σε νεφελώδεις και συγκεχυμένες ιδεολογικές αναλύσεις και εκτελώντας εν ψυχρώ νεαρούς άντρες και οικογενειάρχες που υπηρετούσαν στην Αστυνομία, έδειξαν ότι μοναδική πρόθεσή τους είναι η καλλιέργεια κλίματος έντονης κοινωνικής ανασφάλειας και απόλυτου κοινωνικού χάους. Μαφιόζοι και ληστές, γηγενείς και εισαγόμενοι, είχαν φτάσει να μετατρέψουν Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και πόλεις της περιφέρειας σχεδόν σε κομιτάτα τους, επιστρέφοντας, έτσι, στην κατάσταση που επικρατούσε στην προ Ολυμπιακών Αγώνων περίοδο. Ομάδες κρούσης από το κοινωνικοπολιτικό περιθώριο της φωλιάς των Εξαρχείων, διοργάνωναν μαζικές εφόδους πρόκλησης πανικού και καταστροφής στην καρδιά της πρωτεύουσας, με χαρακτηριστικότερη όλων των περιπτώσεων, τα πρωτοφανή επεισόδια του περασμένου Δεκεμβρίου, με αφορμή το φόνο του μαθητή.

Δεν είναι τυχαίο ότι αναφέρω αυτά τα τρία μαζί, διότι, άποψη δική μου (και από όσο γνωρίζω και πολλών άλλων που επιχειρούν ανάλογες αναλύσεις) είναι ότι όχι απλώς συγκοινωνούν και επικοινωνούν μέσω κοινών κέντρων και συντελεστών, αλλά λειτουργούν κατά τρόπο συντονισμένο και συμπληρωματικό. Αυτό, δεν ήταν ανάγκη να περιμένουμε το Βλαστό να το πιστοποιήσει, μιλώντας για μεταφορά βόμβας, παρόμοιας με εκείνης που είχε τοποθετηθεί στο Alter, από συνεργό του. Αρκεί να θυμηθούμε μία σειρά από άλλα πρόσφατα γεγονότα.
- Το χτύπημα κακοποιών του ποινικού εγκλήματος, όπως εικάζεται, στους δύο άνδρες της Ομάδας Δέλτα στην Κυψέλη (ένας εκ των οποίων υπέκυψε στα τραύματά του), ήταν περίπου, ή ακριβώς το ίδιο, με τη δολοφονία του υπαρχιφύλακα της Αντιτρομοκρατικής από τη Σέχτα Επαναστατών στα Πατήσια.
- Ευρισκόμενος ακόμη στη φυλακή, λίγο προτού αποδράσει για δεύτερη φορά, ο Βασίλης Παλαιοκώστας συζητούσε με άτομα του αντεξουσιαστικού χώρου για τις δυνατότητες προμήθειας εξοπλισμού και εξασφάλισης επιχειρησιακής στήριξης για μελλοντικές του ενέργειες.
- Μέσα από τη φυλακή και πάλι, ο Βασίλης Παλαιοκώστας εξασφάλισε τη συνεργασία των Πολύκαρπου Γεωργιάδη και Ευάγγελου Χρυσοχοϊδη, γνωστών ανθρώπων του ανεξουσιαστικού χώρου και οι δυο, για την απαγωγή του βιομήχανου κου. Μυλωνά.
- Στην επίθεση με αντιαρματικό βλήμα κατά της αμερικανικής πρεσβείας στην αρχή του 2007, αποδείχτηκε ότι το όπλο εκτόξευσης προερχόταν από την Αλβανία και μεταφέρθηκε μέσα από τα ίδια ακριβώς μονοπάτια, που προμηθεύονται παράνομα οπλισμό οι μαφιόζοι. Αυτό το στοιχείο, πρέπει να ισχύει πλέον κατά κόρον, δεδομένου ότι οι τρομοκράτες έχουν σταματήσει τις λεγόμενες «απαλλοτριώσεις» οπλισμού όπως εκείνες στο στρατόπεδο Συκούριου και στο Α.Τ. Βύρωνα παλαιότερα.
- Σε δύο περιπτώσεις ληστειών σε καταστήματα τραπεζών, η πρώτη το 2006 και η δεύτερη το 2007, συνελήφθησαν ως πρωταγωνιστές, ο Γιάννης Δημητράκης και ο Γιώργος Βούτσης αντίστοιχα. Και οι δυο τους ήταν γνωστά στελέχη του αντεξουσιαστικού χώρου. Στη γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησαν μάλιστα, θέλησαν να προσδώσουν στην κακοποιό τους δράση, χαρακτηριστικά ένοπλης αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής βίας.
- Κάνοντας μία αναδρομή σε ένα παρελθόν παλιό, αλλά όχι χαμένο στη μνήμη μας, θα βρούμε πολλά άλλα ονόματα ανθρώπων που σύμφωνα με αποδείξεις, ή στοιχεία που στάθηκαν στο δικαστήριο, είτε ως αρκούντως ενοχοποιητικά, είτε ως οριακώς απαλλακτικά, εμφανίζονταν να μετέχουν ενεργά, ή να διατηρούν επαφές, ταυτόχρονα με τρομοκρατικές ομάδες, με πυρήνες αντεξουσιαστών και με συμμορίες διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Η λίστα είναι μεγάλη: Χρήστος Τσουτσουβής, Μιχάλης Πρέκας, Χριστόφορος Μαρίνος, Κλέαρχος Σμυρναίος, Χρήστος Μπαλάφας, Αβραάμ Λεσπέρογλου, Κυριάκος Μαζοκόπος. Επαμεινώνδας Σκυφτούλης, Γιάννης Σερίφης κ.α. Κάποιοι βρέθηκαν ένοχοι για αδικήματα, άλλοι όχι. Σε μία εποχή όμως, που οι δικαστικοί ζούσαν με το φόβο της εν ψυχρώ εκτέλεσής τους, έξω από το κατώφλι της οικίας τους και μερίδα του λεγόμενου «προοδευτικού» Τύπου εκβίαζε προκειμένου κάθε στοιχείο του κατηγορητηρίου να είναι όχι απλά πειστικό, αλλά να υπερβαίνει και την έννοια του κραυγαλέου. Κάποιοι σκοτώθηκαν σε συμπλοκές, άλλοι είναι κλεισμένοι σε φυλακές, άλλοι ζουν ελεύθεροι. Κάποιοι ξεχάστηκαν, άλλοι εξακολουθούν να αποτελούν εμβληματικές φιγούρες εκείνων των εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών ομάδων που θολώνουν τα νερά στο θέμα της τρομοκρατίας, διαφυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού το άβατο των Εξαρχείων και ελεεινολογούν σε βάρος του δημοκρατικού μας συστήματος. Πάντως, οι περιπτώσεις των καταδικασθέντων από τις οργανώσεις «17 Νοέμβρη» και Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας, είναι όχι απλά ενδεικτικές, αλλά διαφωτιστικές του πόσο στενά συνδέονται οι ομάδες αντεξουσιαστικής πάλης, το κοινό έγκλημα και η τρομοκρατία.

Γεγονός είναι, ότι όλα αυτά πρέπει να τελειώσουν τώρα, χωρίς καμιά καθυστέρηση και χωρίς κανένα δισταγμό.
Η κυβέρνηση οφείλει, προσμετρώντας όχι τόσο τα ποιοτικά αίτια της εις βάρος της μεταστροφής της τάσης προτίμησης του εκλογικού σώματος, αλλά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας για τάξη, ασφάλεια και ηρεμία, να πάρει ολοκληρωτικά πάνω της το βάρος των πολιτικών αποφάσεων και ευθυνών, προκειμένου να διευκολύνει τις αρμόδιες υπηρεσίες να ξεκαθαρίσουν μια και καλή την κατάσταση. Είναι βέβαιο, ότι ουδείς σύγχρονος και δημοκρατικός πολίτης, ουδείς έντιμος και νομοταγής άνθρωπος, έχει να φοβηθεί το παραμικρό από τη χρήση συστημάτων παρακολούθησης δημοσίων χώρων, την ταυτοποίηση στοιχείων δράστη ποινικών αδικημάτων μέσω εξέτασης δείγματος DNA, τον επιβαρυντικό χαρακτήρα της χρήσης κουκούλας πάνω στην τέλεση παρανομιών, την προσωποποίηση της χρήσης καρτοκινητών τηλεφώνων, τη νόμιμη συνακρόαση τηλεφωνικών επικοινωνιών εκεί που υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις και επικυρωτική απόφαση εισαγγελέως για την αναγκαιότητά της κ.ο.κ.
Από την άλλη πλευρά, οι αιτιάσεις περί «μεγάλου αδελφού» αφορούν σε εκείνους, οι οποίοι αναζητούν φαντάσματα μέσα σε μία σύγχρονη Δημοκρατία σαν τη δική μας, κατασκευάζουν ινδάλματα μέσα από πολιτικούς χώρους που ζουν για την άρνηση και δρουν για το χάος, και τέλος, ενσυνείδητα υπονομεύουν κάθε σχέδιο που κινείται προς την κατεύθυνση της πραγματικής διασφάλισης της δημοκρατικής ομαλότητας, της συνταγματικής νομιμότητας, της πολιτικής σταθερότητας και της κοινωνικής ασφάλειας και γαλήνης. Καιρός όμως είναι, να αποτραβηχτεί στην μειοψηφική της γωνία, αυτή η μονίμως μαινόμενη σε ότι αφορά τη συμπεριφορά της και αυθαιρέτως επιβαλλόμενη σε ότι αφορά την ισχύ των θέσεών της μες στο δημοκρατικό μας σύστημα, ομάδα.

Το ως εδώ, το νιώσαμε.
Το μη παρέκει, το καταλάβαμε.
Το από ‘δω και ‘μπρος, θα το αποτολμήσουμε;

Θα δούμε...
Πάντως, Πολιτεία και Πολιτισμός, Ελευθερία και Φιλελευθερισμός δε μπορούν να συνυπάρξουν με τα Εγκληματικά Συνδικάτα και τις Σέχτες Επαναστατών. Αυτό, είναι αδιαμφισβήτητο.

13 Ιουλ 2009

Ο δικός μας «Σουν Τσου»


Πρώτα τα καλά νέα.
Μία Αστυνομία που παρουσιαζόταν ως άχρηστη από την πλευρά της αντιπολίτευσης και τους προσκείμενούς της μηχανισμούς ενημέρωσης και επικοινωνίας, εξάρθρωσε μία πολυπλόκαμη συμμορία μαφιόζων.
Στη συμμορία, βρέθηκαν να εμπλέκονται επιχειρηματίες και επίορκοι κρατικοί υπάλληλοι, αλλά τα πάντα βγήκαν στη φόρα, χωρίς συγκάλυψη. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στη δεύτερη μεγάλη επιτυχία της Αστυνομίας με την εξάρθρωση δύο άλλων συμμοριών, που διακινούσαν ναρκωτικά η μια και γυναίκες που ωθούνταν καταναγκαστικά στην πορνεία η άλλη.
Η Αστυνομία έδρασε μαζί με την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, χρησιμοποιώντας σύγχρονη τεχνολογία και τα αποτελέσματα ήταν επιτυχή, ενώ σε άλλα προηγμένα κράτη, οι υπεύθυνοι εσωτερικής ασφάλειας, όχι μόνο δε συνεργάζονται με τις μυστικές υπηρεσίες, αλλά λειτουργούν ανταγωνιστικά.

Επειδή ζούμε στη χώρα όπου ότι φαντάζει λαμπερό, πρέπει την ίδια κιόλας στιγμή να το μουντζουρώνουμε, τα καλά νέα σταματούν εδώ. Και από εκεί και κάτω, ακολουθεί η παράνοια.
Οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες των συμμοριτών διαπερνούν τους τοίχους των ανακριτικών γραφείων και διαχέονται στην κοινή γνώμη.
Σοβαρές εφημερίδες, παραθέτουν πολυσέλιδα αφιερώματα στην παραληρηματική, κωδικοποιημένη αργκώ που συνεννοούνταν οι μαφιόζοι.
Τηλεοπτικοί σταθμοί, που εκπέμπουν τσάμπα σε δημόσιες συχνότητες, με ευθύνη τους τη σωστή και υπεύθυνη, υποτίθεται, ενημέρωσή μας, στέλνουν μες στις μονταζιέρες ομάδες δημοσιογράφων και στήνουν γελοία σκετς με διάλογους κακοποιών.
Ακαταλαβίστικοι διάλογοι και ξεκάρφωτες αναφορές του Βλαστού και των φίλων του, συνδέονται και αποσυνδέονται, κόβονται και ράβονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προκύπτουν συγκεκαλυμμένες υπόνοιες ή ευθείς υπαινιγμοί για έμμεσες σχέσεις τους, μέσω παρένθετων συντελεστών, με πολιτικά πρόσωπα.
Πλάγιοι ισχυρισμοί ανθρώπων του βαθέως βορβόρου της κοινωνίας, χρησιμοποιούνται ως υλικό για την εξύφανση παραστάσεων στις οποίες εμφανίζονται φιγούρες πολιτικών, οι οποίοι, ουδέποτε έχουν παρουσιάσει την παραμικρή ένδειξη ανομίας ή το ελάχιστο δείγμα ανυποληψίας,
Δημοσιογράφοι αναζητούν, πίσω από τους τοίχους των φυλακών, δολοφόνους και αποβράσματα, για να εκθέσουν τις δικές τους μαρτυρίες και επιχειρήματα πάνω στα όσα κυκλοφορούν στη δημοσιότητα, αλλά παραδόξως, αμελούν να αποδώσουν με την ίδια πιστότητα και πληρότητα τις εξηγήσεις ανθρώπων που έχουν λάβει την ψήφο της προτίμησης και της εκτίμησης χιλιάδων συμπολιτών μας. Ταυτόχρονα, βαφτίζουν ζήτημα χρίζοντος δημοσιογραφικού ελέγχου, ακόμη και το απίθανο γεγονός, κάποιος πολιτικός, ως πιτσιρικάς, να έπαιζε αμπάριζα και πεντόβολα με γειτονόπουλο που μετέπειτα εξελίχτηκε σε Αλ Καπόνε.
Πολιτικοί εκπρόσωποι, λησμονώντας προφανώς τις αλήστου μνήμης εποχές όπου το σωφρονιστικό σύστημα ήταν στα χέρια του κου. Αραβαντινού, αστυνομικοί γίνονταν σφάγια του Πάσσαρη, κάθε οικογένεια βρισκόταν στο έλεος του Σορίν Ματέι ή του Φλαμούρ Πίσλι, αντί να λάβουν εξαρχής απόλυτες αποστάσεις από ισχυρισμούς ανθρώπων που δεν είναι δυνατό να τους αναγνωριστεί όχι μόνο το τεκμήριο της αξιοπιστίας, αλλά ούτε καν το στοιχείο της αξιοπρέπειας, αντιθέτως, σπεύδουν να επιδοθούν σε λεκτικές, φραστικές, εννοιολογικές, σημασιολογικές ακροβασίες, οι οποίες, επί της ουσίας παραπέμπουν σε κάθε πιθανό, ή απίθανο στις περισσότερες περιπτώσεις, ενδεχόμενο.

Μπροστά στην απρόσμενη αλλά ευχάριστη εξέλιξη από τις επιτυχημένες επιχειρήσεις εξάρθρωσης εγκληματικών κυκλωμάτων, θα ευχόταν κανείς οι πολιτικές δυνάμεις να συνεννοηθούν και να ενωθούν πάνω σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα για τον πολίτη και την κοινωνία όπως είναι η τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, να δημιουργήσουν ένα συμπαγές μέτωπο στήριξης των επόμενων προσπαθειών της Αστυνομίας και την ίδια στιγμή, τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι να υιοθετήσουν μία στάση ανάλογης ευθύνης και σοβαρότητας.
Προς το παρόν, με τα γινάτια και τα καμώματά τους, κάνουν όλους εμάς να μην ξέρουμε που να ακουμπήσουμε τη θλίψη και την οργή μας, ενώ κατά πάσα πιθανότητα την ίδια ώρα, δε θα έχει μείνει ανάσα από τα γέλια στο «δικανάκια», στο «γιγαντάκια», στο «Βρωμού», στη «τζιτζίκα» και στο δικό μας «Σουν Τσου», που τον έλεγαν Τρομπούκη!

9 Ιουλ 2009

Περιηγητής;



Στο άρθρο του για την «αυτονομία της πολιτικής» στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 5ης Ιουνίου, ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίζεται να δοκιμάζει τα μέγιστα όρια εκδήλωσης της υποκριτικής του δεινότητας και τα ελάχιστα όρια της ανοχής του νου και της μνήμης κάθε αναγνώστη και κάθε πολίτη.
Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ, τοποθετείται πάνω στο μείζον θέμα της επικράτησης όρων διαφάνειας στη δημόσια ζωή και κανόνων διασφάλισης της ανεξάρτητης λειτουργίας του δημοκρατικού μας συστήματος, ωσάν να είναι ένας διεθνής περιηγητής, που μία εποχή, τον οδήγησαν τα βήματά του και στη δική μας χώρα, είδε κάποια πράγματα που του φάνηκαν στραβά και τώρα, τα σχολιάζει με κάθε άνεση και πάσα ελευθεριότητα.
Ο κος. Παπανδρέου, κάνει λόγο για «πελατειακή λογική του μικροκομματικού συμφέροντος σε αντιδιαστολή με την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος», για «πολιτεία που υπηρετεί αλλότρια συμφέροντα», για «αιχμαλωσία των δημοκρατικών θεσμών», για «τη σύγχρονη ρίζα της συμφοράς» που είναι, κατ’ αυτόν, «η εξάρτηση από κάθε είδους ανεξέλεγκτα συμφέροντα – επιχειρηματικά, μιντιακά και άλλα». Κάνει επίσης αναφορά σε σκάνδαλα, μιλώντας ακόμη και για «εγκλήματα του τραπεζικού και χρηματιστηριακού συστήματος».

Επειδήσε αυτό τον τόπο ουδείς έχει το δικαίωμα να παριστάνει ότι δεν έχει ούτε παρελθόν, ούτε ταυτότητα, θα ήθελα να θυμίσω ότι ήταν το ΠαΣοΚ εκείνο που είχε υποπέσει στο βαρύ ατόπημα να καλλιεργήσει στην ελληνική κοινωνία λογικές κομματικής-πελατειακής ομαδοποίησης κα περιχαράκωσης, συγκροτώντας τη δεκαετία του ’80 τις γνωστές κλαδικές και καθιερώνοντας τα πράσινα καφενεία. Επιπλέον, τα «αλλότρια συμφέροντα» που «αιχμαλώτισαν τους θεσμούς» και «επέβαλαν σχέσεις εξάρτησης στην πολιτεία», μεγαλούργησαν και πάλι επί ΠαΣοΚ, τη δεύτερη μεγάλη φάση της εικοσαετούς διακυβέρνησής του. Όσο για τα τραπεζικά και χρηματιστηριακά σκάνδαλα που επικαλείται ο κος. Παπανδρέου, να θυμηθούμε όλοι μαζί, ότι το κορυφαίο, ήταν εκείνο της κατάρρευσης της ψευδούς και κατασκευασμένης εικόνας ισχύος και ευμάρειας της Σοφοκλέους, που πρακτικά οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμικά μετακύλιση πλούτου από τους αποταμιευτικούς λογαριασμούς των περισσοτέρων συμπολιτών μας, αρχικά στις μετοχές-φούσκες και αμέσως στη συνέχεια, στις αδηφάγες τσέπες των ολίγων επιτηδείων.

Προφανώς, ο κος. Παπανδρέου έχει συμφέρον να μηδενίζει συνεχώς το κοντέρ και να παριστάνει πως ο πολιτικός χρόνος άρχισε να μετρά για τον ίδιο και το κόμμα του, αρχικά με την εκλογή του στην ηγεσία το Φεβρουάριο του 2004 και στη συνέχεια, με την επανεκλογή του το Νοέμβριο του 2007.
Εις μάτην όμως.
Ο κος. Παπανδρέου διαχειριζόταν κρίσιμα κρατικά και κυβερνητικά πόστα, τόσο στη δεκαετία του ’80 και πολύ περισσότερο στην περίοδο 1993-2004. Στην πρώτη φάση, είχε διατελέσει υφυπουργός Πολιτισμού, και υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ενώ στη δεύτερη φάση, υφυπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και τέλος, υπουργός Εξωτερικών.
Επί δύο δεκαετίες, κατείχε περίοπτη θέση στα κυβερνητικά πράγματα, ήταν κομματικό στέλεχος πρώτης γραμμής και ταυτόχρονα, προσωπικός φορέας μίας βαριάς πολιτικής παρακαταθήκης και ενός ιστορικού ονόματος. Δηλαδή, όχι μόνο είχε σημαίνοντα ρόλο στις κεντρικές κυβερνητικές επιλογές που είχαν ακολουθηθεί τότε, αλλά και αυξημένη ευθύνη και κατοχυρωμένο δικαίωμα παρεμβατικότητας, εάν διαπίστωνε ότι κάτι ήταν παράνομο, ανήθικο, αντιδημοκρατικό.
Παρ’ όλα αυτά, ο κος. Παπανδρέου έβλεπε επί χρόνια τις χαριστικές συμβάσεις και τις σχέσεις διαπλοκής ιδιωτών και κράτους, την πελατειακή διαχείριση της δημόσιας διοίκησης και τις λίστες προαγωγών ή προγραφών με βάση έναν άκρατο πράσινο κομματισμό, να περνούν μπροστά από τα μάτια του και κείνος, ούτε παρενέβαινε αποτρεπτικά, ούτε αποστασιοποιούταν πολιτικά. Καμιά αντίρρηση και καμιά αντίδραση.

Είτε δεν καταλάβαινε τα όσα γίνονταν, οπότε ελέγχεται ως ακατάλληλος για να διεκδικεί σήμερα τη πρωθυπουργία, είτε σιωπούσε, οπότε ελέγχεται ως ένοχος για να παριστάνει σήμερα τον κατήγορο και τον τιμητή. Εκτός και εάν ισχύουν και το πρώτο και το δεύτερο μαζί.

Αλλά και ως επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης ακόμη, ο κος. Παπανδρέου, έκανε την πολιτική επιλογή να μείνει δέσμιος των κομματικών και ποικίλων άλλων δεσμεύσεων και εξαρτήσεών του, από το να δεχτεί να συνεργαστεί με την κυβέρνηση σε βασικά και ουσιώδη ζητήματα επιβολής όρων διαφάνειας και νομιμότητας στη λειτουργία του κράτους, στις σχέσεις κράτους-ιδιωτών και στη δημόσια ζωή εν γένει.

Η επίμονη άρνησή του και η απροσχημάτιστη αντίθεσή του σε υποθέσεις όπως εκείνες του βασικού μετόχου, της συζήτησης για συναίνεση στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, της εφαρμογής του νόμου πλαισίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, της σύστασης διακομματικής επιτροπής της Βουλής, κατόπιν προσωπικής εισήγησης του πρωθυπουργού, για τα οικονομικά των κομμάτων, αποτελούν αδιάψευστες αποδείξεις, ότι ο κος. Παπανδρέου δεν πολιτεύεται με βάση το δημόσιο συμφέρον, αλλά με κίνητρο, αφενός τη δίψα του ιδίου και των συνεργατών του για επιστροφή στην εξουσία μέσω της στρατηγικής πρόκλησης αναστάτωσης στην πολιτική ζωή και υπονόμευσης κάθε προσπάθειας για δημόσιο διάλογο και κοινή συνεργασία και αφετέρου, το φόβο του και την ανεπάρκειά του να προχωρήσει σε ρήξεις και αλλαγές σε σχέση με το ΠαΣοΚ των νέων προσώπων, αλλά των παλιών συνηθειών.
Σε επίρρωση όλων των προηγουμένων, έρχεται το λίαν αντιπροσωπευτικό γεγονός ότι ο κος. Παπανδρέου αρνείται πεισματικά να ξεκαθαρίσει μια και έξω το τοπίο αναφορικά με τα ταμεία του ΠαΣοΚ και τις αποκαλύψεις του κου. Τσουκάτου, ενώ, την ίδια στιγμή, αρθρογραφεί για τη διαφάνεια και αποδίδει ψόγο στην κυβέρνηση.
Δε δικαιούται και ούτε είναι αποδεκτό, να τοποθετείται πολιτικά κατ’ αυτόν τον τρόπο ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ.

Έχει υποχρέωση, αν όχι απέναντι στον εαυτό του, τουλάχιστον απέναντι στον πολίτη και στην κοινή γνώμη, να είναι περισσότερο σοβαρός και λιγότερο προκλητικός.

Ο κος. Παπανδρέου πρέπει να επιλέξει. Θα γίνει επιτέλους ένας υπεύθυνος παράγων του πολιτειακού μας οικοδομήματος και του πολιτικού μας βίου, ή θα εξακολουθήσει να συμπεριφέρεται όντως ως περιηγητής;